“Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΚΙ ΑΝ ΠΕΡΑΣΕΝ”

Οι έλληνες του Πόντου έχουν ένα ιδιαίτερο δικό τους τρόπο να εκφράζουν τα συναισθήματά τους: τραγουδούν ή και χορεύουν στις χαρές και στις λύπες τους.

” Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΚΙ ΑΝ ΠΕΡΑΣΕΝ..”

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και η πτώση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1461) σημάδεψαν ανεξίτηλα την παραπέρα ζωή των Ελλήνων του Πόντου. “Άκουσαν” τους Άγιούς τους να κλαίνε, τα μοναστήρια και τις εκκλησίες να μοιρολογούν. Αυτοί οι αντριωμένοι ραγιάδες, παραμέρισαν τη δυστυχία της σκλαβιάς τους κι άρχισαν να παρηγορούν τους αγίους τους:

Έναν πουλλίν, καλόν πουλλίν εβγαίν’ από την Πόλην,

ουδέ σ’αμπέλιν κόνεψεν ουδέ σα περιβόλια

επήεν και ν’ εκόνεψεν και σου Ηλί’ το κάστρον.

έδειξεν τ’έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,

έδειξεν τ’άλλο το φτερόν χαρτίν βαστά γραμμένον.

Ατό, κανείς κι ενέγνωσεν κανείς κ’ εξέρ’ ντο λέγει

μουδέ κι ο πατριάρχης μου με όλους τους ποππάδες.

Έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.

Σιτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούγει την καρδίαν:

Ναιλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία.

Μοιρολογούν τα εκκλησιάς κλαίγνε τα μοναστήρια

κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομος κλαίγει δερνοκοπιέται.

Και του λέει ο Ελληνοπόντιος:

– Μη κλαις, μη κλαις, Αε – Γιάννε μου

και δερνοκοπισκάσαι.

Ο άγιος εξακολουθεί να κλαίει, γιατί:

– Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν…

Αλλά ο Ελληνοπόντιος:

Η Ρωμανία κι αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο.

“ΤΡΑΝΤΕΛΛΕΝΟΣ”

Για τον αντρειωμένο Έλληνα του Πόντου έχουν γραφτεί τόσα και τόσα. Είναι ο Έλληνος, αλλά και ο Τραντέλλενος – που θα πει τριάντα φορές Έλληνας.

Να σαν την μάνναν που γεννά τα τράντα χρόνια μίαν,

εφτάει υιόν Τραντέλλενον και νύφεν γαλαφόραν.

(χαρά στη μάνα που γεννά κάθε τριάντα χρόνια

και κάνει γιο Τραντέλλενον και νύφη άσπρη όπως το γάλα).

Και αλλού:

Σην θάλασσα κολυμπετής, σ’ ομάλα πεχλιβάνος

σον πόλεμον Τραντέλλενος, Ρωμαίικον παλληκάριν

(Ομάλα είναι οι κάμποι και πεχλιβάνος ο παλαιστής)

Επίσης :

Κάπου σην Άσπρην Θάλασσαν καράβ’ αρματωμένον,

καράβιν χιλαμάτωτον εχπάστεν σην Φραγκίαν.

Είχεν απέσ’ Τραντέλλενους, Ρωμαίικα παλληκάρια.

“ΑΚΡΙΤΙΚΑ”

Κατά τον Μεσαίωνα, ο φρουρός τών άκρων, δηλαδή των συνόρων, λεγόταν Ακρίτας. Το όνομα αυτό, είναι ευρύτατα διαδεδομένο στον Πόντο , όπως και τα παράγωγά του: Ακριτίδης, Ακριτόπουλος κ.λ.π. Δε στερείτε συμβολικότητας και το γεγονός ότι ακριτικά τραγούδια και μάλιστα με έναν υπεράνθρωπο ήρωα, το Διγενή Ακρίτα, εμφανίζονται κυρίως στον Πόντο και στην Κύπρο, δύο πανάρχαιους ακρίτες τους ελληνισμού. Κατά την ποντιακή μούσα, ο Διγενής Ακρίτας καλεί το χάρο:

Χάρε μ’ για ‘λα να παλεύουμε σο χάλκενον τ’ αλώνιν,

αν εν και το νικάς μ’ εσύ, έπαρ’ την ψή μ’ και δέβα

αν εν και το νικίεσαι, θα παίρω και το μαύρο σ’.

Η Κυπριακή μούσα περιγράφει, αντίστοιχα, τη μάχη:

Τσιει, πούπιανεν ο Διγενής τα γαίματα πιτούσαν

τσιει πούπιανεν ο χάροντας τα κόκαλλα εσπούσαν.

Αλλού κυριαρχεί το περί δικαίου και ηθικής ποντιακό αίσθημα:

Αν κρούγω και σκοτώνω σας, θα λέγουν εν φονέας

‘κι κρούγω ‘κισκοτώνω σας, θα λέγ’ νε εφοβέθεν.

Κάλλιον ‘κι σκοτώνω σασ κι ας λέγ΄ νε εφοβέθεν

“ΤΗΣ ΤΡΙΧΑΣ ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ”

Πρόκειτε για παραλλαγή του γεφυριού της Άρτας:

Ακεί πέραν σο Δρακολίμν’ ση Τρίχας το γεφύριν

χίλιοι μαστόρ’ εδούλευαν και μύριοι μαθητάδες.

Όλεν τηνμέραν έχτιζαν τη νύχτανεχαλάουτον.

Το θρυλικό γεφύρι βρίσκεται στον Πυξίτη ποταμό (Δαφνοπόταμο), κάπου δέκα χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα.

“ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ”

Είναι δυσχερέστατο έργο η ανθολόγηση των Ποντιακών δημοτικών ασμάτων, εξαιτίας, κυρίως του μεγάλου αριθμού και του πλούτου τους. Όλα όμως, κι αυτά που ανθολογήθηκαν κι αυτά που μεταφέρονται, με τον προφορικό λόγο από γενιά σε γενιά έχουν ένα κοινό γνώρισμα: το συναίσθημα ενός ευγενούς λαού που λαχταρά να κάνει το τραγούδι του κατάθεση ψυχής κι εξομολόγηση.

Το “Αρχείον Πόντου”, τόμος Α’ της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών (εν Αθήναις 1928) γράφει: Η Ακριτική περίοδος κλείει με την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως και της Τραπεζούντος. Το διακηρύττει με ένα υπέροχο δίστιχον ένα από τα περιπαθέστατα άσματα της αλώσεως, μια κραυγή πόνου και απελπισίας:

σκοτώθηκαν οι Δρακ’ Έλλενοι, μύριοι μυριάδες,

οι μαύροι εχλιμίτιζαν σα γαίματα βραγμένοι.

Με την άλωσιν έλειψαν πλέον οι Δράκοι, οι αντρειωμένοι Έλλενοι των ακριτικών τραγουδιών. Ελεηλατήθηκαν τα πλούτη. Εις τα περήφανα ραχά του Ηλ’ τα παρχαρομύτα, δεν ταξειδεύουν πλέον αρχόντιοι. Τα ομάλα και τα βουνά Τούρκ’ς εγομώσαν. Αρχίζει ήδη για το Έθνος η δουλεία, η φτώχια, η κατάπτωσις.

“ΠΥΡΡΙΧΙΟΣ ΧΟΡΟΣ

Κατά τον Καθηγητή Κωνσταντίνο Χιονίδη (Οι Έλληνες στις παραλίες του Πόντου κεφ.61), οι ποντιακοί χοροί είναι 24 και χωρίζονται στους κοινούς διπάτ, πυρρίχιος(σέρα), κοτς, σερανίτσα, τικ, λετσίνα, πιπιλομάτενα, τρυγώνα, σαρήκους, κότσαρι και στους ασυνήθιστους, όπως Τάμζαρα, αλματσούκ, λεμώνα, γεμούρα, τζάντζαρα, εικοσιένα, λέτση, μηλίτσα, μοντσόνος.

Το κατεξοχήν μουσικό όργανο των Ποντίων είναι η λύρα – ο κεμεντζές κατά το ποντιακό ιδίωμα.

Σπουδαιότερος από τους χορούς είναι ο Πυρίχιος, που αποτελεί αρχαιοελληνική πολιτισμική κληρονομιά. Τον χόρεψαν οι Κορύβαντες, οι Αθηναίοι στα Παναθήναια και οι Λάκωνες στα Διοσκούρεια. Οι θρυλικοί Ακρίτες του Πόντου τον διατήρησαν ζωντανό εώς τις μέρες μας. Παλαιότερα ο πυρρίχιος λεγόταν στην Κύπρο πρόλις , στη Μακεδονία τελεσίας, στην Κρήτη ορδίτης ή επικρήδιος, στη Θράκη κλαβρισμός κ.ο.κ. Παραλλαγές του σήμερα στην Κρήτη είναι ο Πεντοζάλης το πεντοζάλι) και ο πηδηχτός.