Δ..

Δ

δαγκώνουν δάκνε
δαγκώνω δάκω
δάγκωσε δάκσον
δάκρυ δακρ
δάκρυα δάκραι
δάση ορμάναι
δασκάλα δεσκάλτσα
δάσκαλοι δεσκάλ
δάσος ορμάν
δάσος υλέε
δειλός ψοφάρης
δείχνουν δεκνίζνε
δείχνω δεκνίζω
δεκάξι δεκαέξ
Δεκέμβρης Χριστανάρτς
δελεάζω ητεύω
δεν κι
δεν είμαι κ’ είμαι
δεν είναι (αυτοί) κ’ είναι
δεν είναι (αυτός,-ή,-ό) κι εν
δεν έχουν κι’ έχνε
δεν έχω κι’ έχω
δεν μιλά τα πεθερικά η νύφη μας
δεν νηστεύουν μαντζιρίζνε
δεν νηστεύω μαντζιρίζω
δεν ξεχνώ κι ανασπάλω
δέρμα, προβιά ποστ
δέρματα, προβιές πόσται
δέρνουν, χτυπούν κρούνε
δέρνω, χτυπώ κρούγω
δέσε δέσον
Δέσποινα Ποινή
δεσπότης δεσπότς
δέστον δέσονατον
δηλαδή τεμέκ
διαβάζουν δεβάζνε
διαβάζω δεβάζω
διάβασα, μπατίρησα εδέβασα
διάβολος δέβολον
διακόσια δακόσαι
διαλυθείτε ταγουτεφτέστε
διαλύουν ταγουτέβνε
διαλύω ταγουτέβω
διαψεύδομαι ψεύκουμαι
διαψεύδω ψευτύνω
διάψευση ψεύτυμαν
διευθετούν τιζέβνε
διευθετώ τιζέβω
δικά μου τεμά
δικά σου τεσά
δικό μας τεμέτερον
δικό μου τεμόν
δικό σας τεσέτερον
δικό σου τεσόν
δικό της τατινές
δικό του τατουνού
δικό τους τατινέτερον
δικός ιδικός
δίνει και παίρνει δι και παιρ
δίνουν δίνε
δίνουν συγχαρητήρια στοιχαρέζνε
δίνω δίγω
δίνω είδηση χαράς χαραντερίζω
δίνω συγχαρητήρια στοιχαρέζω
διπλανή διπλανέσα
διφθερίτιδα γουλόπονον
δίχως θίχως
διώχνουν χατέβνε
διώχνω χατέβω
δοξάρι, τόξο τοξάρ
δος μου νόμα
δουλευτάρα καματερέσα
δουλευτάρης καματερός
δούλοι δουλ
δούλους δουλτς
δοχείο νερού ιμπρίκ
δοχείο νερού ιμπρίκιν
δράκος χοτλάγχς
δραστήριος ισκιζάρς
δρεπάνι καγάν
δρεπάνι τουρπάν
δρεπάνια καγάναι
δρεπάνια τουρπάναι
δύο δυ
δυόμιση δύο ημπς
δύση, τέλος δύσα
δύσκολη δύσκολεσα
δυτικός άνεμος θρασκέας
δώρα θοδωρέσα
δώρα γαμπρού θώρετρα
δώρισα εδώρτσα
δώρισαν εδώρτσαν
δώρισμα χαρ
δώσε δωσ
δώσε μου δώσμε
δώσε τόπο στην οργή πατ απάν