Θ…

Θ

θα ανάψω αφτήνω
θα γελάσω αγελώ
θα δώσεις αδίς
θα μείνει απομέν
θα πάνε απάνε
θα πάω απάω
θα πει αλέει
θα πεις αλέεις
θα πήγαινα απένα
θα πουν αλένε
θα πω αλέγω
θα ρωτήσουν αρωτούν
θα ρωτήσω αρωτώ
θα το κάνεις αφτάσα
θα το κάνω αφτάγα
θα το σηκώσω ασκόνα
θα τραβήξω ασίρω
θα φέρω αφέρω
θα χαθείς θα χάσαι
θα χαθούμε θα χάμες
θα χαθούν θα χάνταν
θα χαθώ θα χάμαι
θάβομαι, ενταφιάζομαι θάφκουμαι
θάβω, ενταφιάζω θάφτω
θαλάσσια αύρα θαλασσέα
θαλασσοπούλι θαλασσοπούλ
θάμνοι καφούλαι
θάμνος θαμνίν
θάμνος καφούλ
θάμπωμα θαμπούρωμαν
θαμπώνομαι θαμπουρώνω
θάνατος ψοφωμός
θάνατος, κηδεία θανή
θαύμα θαγματούρι
θαύμα θάμα
θαύμα θάμαν
θαυμάζω θαμάζω
θαυμασμός θάμαγμαν
θαυμασμός θάμασμαν
θαυμαστός, παράξενος θαμαστός
θαυμστή, παράξενη θαμαστέσα
θάφτηκα εθάφταν
θάψε θάψον
θάψου θαφτ
θέατρο, θέαμα θέιατρον
θείε τάη
θείος θείον
θείος ταής
θείτσα θειίτζα
θέλει θελ
θέλει να θενά
θέλεις θελτς
θέλημα θέλμαν
θέλημα, επιθυμία θέλαμαν
θεληματικά, άδικα θελεσινά
θέληση θελείναιμον
θέληση, βούληση θέλσιμον
θέλουν θέλνε
θεμέλιο θεμέλ
θεμέλιο θεμέλιν
θεμελιώνω θεμελώνω
Θεοδοσία Θοδοσία
Θεοδόσιος Θοδόις
θεοπάλαβος πολλά ζαντός
Θεός Θος
θεοσέβεια θεοφοβία
θεοσεβής, αγαθός θεοτικός
θεότρελος θεοπάλαλος
θεοφάνης Θαφάνης
Θεόφιλος Θεφίλτς
θεοφοβούμενη θεοτικέσσα
θεοφοβούμενοι θεοτικοί
θεοφοβούμενος, ευλαβής θεόφοβος
Θεοφύλαχτος Θεφύλαχτος
θεοχάρης Θαχάρης
θεοχάρης, θεός Θεγός
θεραπεύομαι θαραπεύομαι
θεραπεύομαι θεραπεύκομαι
θεραπεύομαι καλλύνω
θεραπευτής, υπηρέτης θεραπός
θερίζομαι θερίγομαι
θερινός θερνός
θέρισε θέρτσον
θέρισμα θέρισμαν
θερμότητα θερμασέα
Θεσσαλονίκη Σαλονίκ
θήκη μαχαιριού θεκάρ
θήκη μαχαιριού θεκάριν
θηλιάζω θελεκώνω
θηλυκιά θελκέσσα
θηλυκός θελκός
θηλυκός θελυκός
θημωνιά θεμών
θημωνιά θονάρα
θημωνιά θονός
θηρίο θερίον
θλιβερός θλιβερακός
θολή θολέσσα
θολός θελός
θόλος, καμάρα θόλιν
θόλωμα θόλωμαν
θολώνομαι θολούμαι
θολώνω θελώνω
θρούμπη (φυτό) θρύμπος
θρύμμα ψωμοθρύμμ
θρυμματίζω θουρμουλάζω
θρυμματίζω θουρμουλίζω
θρυμματίζω θρουμουλάζω
θρυμματίζω θρουμουλίζω
θύβω θύφτω
θυγατέρα θαγατέρα
θυγατέρα θεγατέρα
θυγατέρα κουτσή
θυγατέρα μου κουτσήμ
θυμάρι θομάρ
θυμάρι θύμαρη
θυμάρι θύμπιρον
θυμήθηκα εθυμέθα
θυμήθηκαν εθυμέθαν
θυμιάζω, λιβανίζω θυμάζω
θυμίαμα, λιβάνι θυμίαμαν
θυμίαμα, λιβάνι θυμίωμαν
θυμιατό θυμαντόν
θυμώδης, οξύθυμος θυμώτης
θυμωμένη γουζεμέντσα
θυμωμένη χολεσμένσα
θυμωμένος γουζεμένος
θυμωμένος χολεσμένος
θυμώνουν γουζέβνε
θυμώνουν χολέσκουνταν
θυμώνω γουζέβω
θυμώνω χολέσκουμαι
θυμώνω, στεναχωριέμαι θολομαχώ
θύμωσα εγούζεψα
θύμωσα εχολέστα
θύμωσα εχολώθα
θύμωσαν εγούζεψαν
θύμωσαν εχολέσταν
θύμωσαν εχολώθαν
θωρηκτό θωρακωτό
θωριά θωρέα