Μόρια της Ποντιακής Γλώσσας…Συνέχεια 3..

Βάι

Το βάι είναι τούρκικο σχετλεαστικό (αλλοίμονο) και χρησιμοποιείται ή μόνο ή με το ναιλλοί ή να χά: Ναιλλοί εμάς και βάι εμάς πάρθεν η βασιλεία.

Βαχ

Επιφώνυμα τούρκικο που έχει τη σημασία του άχ, μαζί με το οποίο συνήθως εκφέρεται. Με το άχ και με το βάχ (με πολλά βάσανα) ετράνυνεν το παιδόπον ατ’. Έζησε με το άχ και με το βάχ.

Γιά

Είναι σύνδεσμος διαζευκτικός δάνειο από την Τούρκικη (ή, έιτε). Για πεθερό μ’ επέθανεν για πεθερά μ’ εθάφεν. Δωδεκάχρονον κορίτσ’ για ‘ς σον άντραν, για ‘ς σην φούρκαν.

Γιά

Είναι προτρεπτικό (εμπρός…). Για δέβα, δέβα κι αμόν ντο έρθες. Για ψάλλον ας ακούωμε.

Γιά

Είναι τούρκικο και σημαίνει: μπορώ να, είναι δυνατό να: ‘Σ αέτοι τουζάγια πατώ για; Άμα έγω λαλώ για;

Γιά νά

Χρησιμοποιείται:

α) Σαν τελικός σύνδεσμος: Για να μη δι’ ατόν χαμαλάτικα λέει. Για να βυζάνω το παιδίν για να το μεγαλώνω.

β) Κάποτε έχει την έννοια του αν πρόκειται: Ατώρα για να αγοράης αβούτο τ’ οσπίτ θα δίς εκατόν λίρας. Για να πά ‘ς σην πολιτείαν θα ‘φτάς δώδεκα ώρας.

Γιάμ

Ίσως από το για να μη και σημαίνει μήπως: Γιάμ ‘έρθεν ο λύκος. Ετύπωσα το γεργάν απάν’ εμούν, γιάμ ριγούν. Γιάμ ο γιός ατού πατεί και πνίει μας κιόλα.

Γιατί – γιατ’ – ογιά – αγιάντο – οδάντο.

Από το διατί, το δε οδάντο από το διατί εν’ το. Πόπα, γιατί εγέλανες. Ογιά είσαι στραβωμένος.

Γιόξα – γιόξαμ

Είναι τούρκικο και έχει τη σημασία

1) Του διαζευτικού ή: Αγγέλη μ’ εν’ έμορφον, γιόξα Άρτα. Τερέστεν αμόν ντο έσαν διπλωμένα είναι, γιόξα άλλο λοής. Ζη γιόξαμ επέθανε.

2) Αλλιώς: ‘Κ επήγα ‘ς σην εξορίαν, γιοξάμ ‘κι θα εγλύτωνα.

Γιόκ – γιόχ

Είναι τούρκικο και σημαίνει

α) Όχι: Γιόκ, εσύ δέβα εμπρό

β) Μόνο του σαν απάντηση σε ερώτηση, απάντηση, παράκληση, προτροπή κ.τ.ο.

γ) Μαζί με αποφατική πρόταση για ενίσχυση της αποφατικής της έννοιας: Γιόκ. Καλόν ‘κ εχ’ ατό, γιόκ, άσκεμον όρωμαν είδα.