Μόρια της Ποντιακής Γλώσσας..Συνέχεια 4..

Δεν

Είναι και αόριστη ανωνυμία και σημαίνει τίποτε. Ο γιωρίκας δεν κ’ εφτάει.

Έθε – άθε – άχτε

Είναι το ομηρικό έθε και είχε και έχει τη σημασία εαυτού – ής – ού: Το πουρνόν άθε σύναυγα εσέβαν ‘ς σην στράταν. Ας παίρ’ το καράβ’ τη φορτήν άχτε.

Έ, έι – Έκιτι

Επιφώνυμα που προτάσσεται εμπρός από λέξεις και φράσεις και χρησιμοποιείται:

α) Σαν κλητικό επιφώνυμα: Έ, αρθώπ’ ο βασιλέας θ’ αντρίζ’ τη θαγατέραν ατ’. Έ ποπά, ατώρα α τρώγω σε.

β) Σε παράκληση ή απελπισία: Έ ουρανέ παράκλητε κατέβ’ αφκά και κρίσον. Έι ναιλλοί εμέν.

γ) Σε κατάρες: Έι σε και βάι σε (να πονέσεις και να φωνάξεις αλλοίμονο). Έι σε και τ’ εννέα σ’ (να σου κάμω το μνημόσυνο των εννέα).

δ) Για δήλωση πόνου ή δυσφορίας: Έι, έι εκανέθε σε. Έ να βάι εμάς τσ’ άκλερους.

ε) Όταν είναι έντονο είναι μακρόσυρτο: Έεεει. Κανείτε ντο είπες. Έεει όλα ετοιμάγαν;

στ) Κάποτε παίρνει και το τούρκικο κιτί και σημαίνει έ καυμένε: Έκιτι οσιτόπα ‘μουν και έρημα πουτσάχα. Έκιτι Ζουρκαδία, τα ουσκάρα πα ενόισαν εσέ.

Εκάν – κάν.

Σημαίνει περίπου: Επήεν εκάν δύο ωρών στράταν. ‘Καν έναν δρόμον επήεν.

Έμ, έμ – Χέμ, χέμ – χάμ, χάμ.

Είναι Περσικό και σημαίνει και..και, αφ’ ενός και αφ’ ετέρου.

Το μιλλάτ εμ κλαίει εμ χαίρεται. Έμ ‘ς σ΄εγέρ, έμ ‘ς σο σεμέρ. Χέμ κεμεντζέ, χέμ αγγείον εχάλασαν τον κόσμον.

Έμπρ – εμπρού.

Το έμπρ – εμπρού , εμπρός – εμπροστά, είναι και τοπικοί προσδιορισμοί και χρησιμοποιούνται με σημασία τοπική και χρονική. Εμπροστά επέγ’ νεν εκείνος κι απόπίσ’ εγώ.

Έπ – εί.

Ε ίναι και αόριστες αντωνυμίες και χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν ότι το πλήθος προσώπων ή πραγμάτων είναι λίγο, αλλά όχι και ασήμαντο: Τα’ εμπροστά τη γέρονος και τη γραίας εγέντον αχάντα και έπ –εί εργοπόρεσαν.

Εξόν

Επίρρημα μεσαιωνικό που σημαίνει:

α) Εκτός, πλήν: Εξόν τη μάννα σ’ όλ’ επήγαν ‘ς σην χαράν. Εξόν τοι ποπάδας και τοι ψαλτάδας όλ’ επήγαν ‘ς σον πόλεμον.

β) Μπροστά από πρόταση υποθετική ή χρονική για την οποία χρησιμεύει σαν απόδοση, με το να επαναλαμβάνει έτσι συνοπτικά το νόημα μια προηγούμενης πρότασης αποφατικής, ή καταφατικής: Το σκυλλίν εμούν κι αρπάζ’, εξόν αν εν’ κουτουρεμένον. Ας σην ξενιτείαν ‘κι κλώσκουμαι, εξόν αν έχω τύχην και κερδίζω.