Μόρια Ποντιακής Γλώσσας τελικό άρθρο..

Σάγκι – σάγκιμ – σάγκιταμ – σάκιταμ

Σημαίνει: όπως, σαν να είναι: Να έχ’νε ‘ς σο τραπέζ’ και τον παιδάν, σάγκι έτονε γιός ατ’. Ανθρώπ’ ατούν σάγκι εινός χωρί’ γειτόν.

Σαν – ωσάν – ουσάν

1) Άμα, μόλις: Σαν τ’ άφησε κρεμίε ‘ς σο νερό.

2) Αφού: Σαν εγουρζουλώθε καλά, σηκώθε. Σαν έν’ αέτσι ας αφήνω σε.

3) Αν: Σαν βρίσκεις ατό, πολλά καλά να φτάγω σε.

4) Όπως, καθώς: Σαν το κατάρτι σου κερίν, σαν τη φορτή σου θυμäμαν.

5) Όταν: Κι ούσαν εκαλοτέρεσα ραχία επιδέβες. Και σαν επήεν ‘ς σ’ οσπίτν ατ’ ερρώστεσεν

Σεΐτα – σείτ’ – σείτε – σείτäν – ίστä – σείντä

Σύνδεσμος χρονικός και σημαίνει

1) Ενώ, εκεί που: Σείτε έτονε κρυμμένος. Ατά σείτε έλεγαμ’ κ’ ενούνιζαμ’.

2) Όταν: Σειτ’ ελέπ’ κανείς ‘ς σ’ ορ’ μαν ατ’ κόκκινο άλλογον, εν’ χαπέρ’ αλήγορον.

Σιμά – σουμά

Είναι και τοπικός προσδιορισμός και σημαίνει κοντά, πλησίον: ‘Σ σην ποταμέαν σιμά. ‘Σ σ’ οσπίτν ατ’ σιμά έσπασεν έναν κεχρίζ.

Τäρ

Είναι και συμπερασματικός σύνδεσμος και σημαίνει άρα, λοιπόν. Τäρ ατώρα έβγαλ’ ας τρώγω.

Τάχα – τάχατες – τάχατις – τάχαμ – ταχάμου(Κερ.)

Είναι το αρχαίο τάχα και σημαίνει:

1) Δήθεν, τάχα: Εποίκεν τάχατες πως ‘κ έκ’ σεν.

2) Σε ευθεία ερώτηση έχει τη σημασία του άραγε: Εποίκεν τάχατις ντο είπα ‘τον;

3) Συχνά ακολουθεί το να: Ποίος τάχατες να επέθανεν και κρούγ’ νε θανατικά τα κωδώνä.

Τέα – τεάμ – τέϊ τέϊ – τεγίμ

Είναι το τούρκικο τεγιού και σημαίνει δήθεν, τάχα: Αλλομίαν η κοτσάκαρη εχπαράεν και τεά ελιγώθεν. Τέϊ εχολäσταν και εσαβούσεψαν.

Τιδέν

Είναι και αόριστη αντωνυμία πηγάζει από το αόριστο τι και το αρνητικό δεν. Σαν ουσιαστικό χρησιμοποιούνται με το άρθρο. Με το τίδε και τιδέν ερχίνεσεν τη δουλείαν. Χωρίς άρθρο. Κι άλλο νε αράεμαν και νε τιδέν.

Τίλα

Από το τι λογής και σημαίνει Πώς: Έχουμε τίλα ‘κ έχουμε. Τίλα ‘κ εσκοτώθε.

Τίποτε – τίποτε – τίπο – τίπος

Από το τι και ποτέ και σημαίνει:

1) Κανένα, ουδέν: Έτριψαν το πρόσωπο ατς, τα χέρä ‘τς, τίποτα.

2) Κάτι: Έεις τίποτε να τρώγω; Εσέγκες τίποτα ‘ς σο χαλκόν;

Τόμου

Σημαίνει μόλις: Τόμου και είδεν ατόν αμάν εκλώστεν.

Τότε – τότες – ατότε – ατότες – χατότε – ετότε – ετότες – ετοτεχά – ετοτεχάν – ετοτεχάνας – οτότε – οτότες

Είναι το αρχαίο τότε και σημαίνει:

1) Εκείνη τη στιγμή, εκείνη την ημέρα, το χρόνο…: Όπως έζηναν τότε ανθρώπ’ ατώρα ‘κι ζούνε.

2) Λοιπόν, εν τοιαύτη περιπτώσει: Λές εγώ ‘κ ‘εμ’. Ατότε ποίος έτον;

Τσίγκι – τσίγκιταμ – τσούγκι, τσούγκουτ

Είναι τούρκικο και σημαίνει διότι: Καλά νούνισο, τσούγκι να κόφτ’ το κιφάλι σ’. Τσίγκι οι Τρούκοι νε Τετράδην τερούν νε Παρασκευήν.

Τσίπ

Είναι ξένη και σημαίνει:

1) Πάρα πολύ ή όλως διόλου: Ας σ’ ατό κ’ ύστερα τσίπ εσασίρεψεν. Πετά και χάβεται τσίπ ας σου Χάρου το στόμαν.

2) Με τα επίθετα σχηματίζει τον υπερθετικό

Φότι

Βλέπε «Αφού»

Χά

Βλέπε «Αχά»

Χάϊτε

Βλέπε «άϊτε»

Χώρä

Σημαίνει ξεχωριστά: Ατότες θάμαξα χώρä για το χωρäφι, χώρä πάλι τ’ αλλαχτορίου την παλληκαριά.

Ωι

Βλέπε «Όϊ»

Ώσπου – ώσπη – ώσπητα – ώσποτα – ώσπουτα – ούσπουτα – ούσπουτε – γούσποτα – γούσπουτα

Σημαίνει:

1) Αφού, εφόσον: Ατό το παιδί αέτσι ούσπουτα ένι, Χριστός θενά είναι.Ατώρα ώσπουτα εγλύτωσες με, ένα καλό να ‘φτάω σε.

2) Έως ότου: Έβγαλ’ έναν γλυκόν κρασίν, ας πίν’ ώσπου μεθύση.

Ώστε

Είναι και συμπερασματικός σύνδεσμος έχει τη σημασία της αρχαίας. Αλλά προτάσεις με το ώστε, οπότε στην κύρια πρόταση πρέπει να υπάρχει το τόσον (ατόσον) δεν είναι πολύ κοινές: Ατόσον δυνατά εντώκαν ατόν, ώστε ολίγον κι άλλο θα εσκότωναν ατόν.

Ωσάν

Βλέπε «σαν»

Τέλος των Μορίων της Ποντιακής Γλώσσας

Ήταν από το βιβλίο του Στάθη Αθανασιάδη το ¨Συντακτικό της Ποντιακής Διαλέκτου¨.