Ποντιακή Γραμματική..συνέχεια..

Το κατηγορούμενο

Κανονικά το κατηγορούμενο είναι ή ουσιαστικό ή επίθετο: εσύ είσαι αλέπον, εγώ είμαι τ’ ουράδι σ’. Τ’ εμπάλ μικρόν και το τρυπίν τρανόν.

Αλλά και κάθε μέρος του λόγου και ολόκληρες προτάσεις μπορεί να είναι κατηγορούμενα. Έντεκα έτον. Ο γαμπρόν εν’ κλερθένεν παραστάρ’. Τ’ αδέλφä τ’ αναδέλφωτα δέντρα χωρίς τα φύλλα. Τα ψωμία αναλυγμένα είναι;

Μπορεί το κατηγορούμενο να είναι και εμπρόθετο με τις προθέσεις από ή ας. Εγώ ‘κ είμαι απ’ ατουνούς τήναν’  εθαρρείς. Η νύφε ας σο Λιμοχώρ’ έν.

Όταν πρόκειται για παρομοίωση το κατηγορούμενο εκφέρεται με το αμόν (σαν): Τ’ οσπίτ’ν ατούν (έν’) άμον καράβ’ αρματωμένον. Άμον κοτσοπετεινός.

Όταν το κατηγορούμενο είναι ουσιαστικό ή επίθετο, εκφέρεται πότε χωρίς άρθρο και πότε με το άρθρο: α) Όταν είναι κύριο όνομα ή δηλούται ωρισμένο πρόσωπο ή πράγμα: Εγώ είμαι ο δέσκαλον τη χωρί. Ο Γερβάσιον έτον ο δεσπότς τη Σάντας. β) Όταν πρόκειται να δηλωθεί πώς αυτό που σημαίνει το κατηγορούμενο ανήκει στο υποκείμενο: Εκείνος εν’ ο τρανόν τη δουλείας. Ατός εν’ ο μικτάρτς τη χωρί.

Και με το αόριστο άρθρο:

1. Όταν θα δηλωθεί ότι το υποκείμενο είναι ένα από τα ομοειδή, που σημαίνει το κατηγορούμενο: Το σκεπάρ’ έν έναν καλόν εργαλείον. Άντρας ατς εν’ είνας καματερός άρθωπος.

2. Όταν θέλουμε να τονίσουμε εκείνο που σημαίνει το κατηγορούμενο: Ατός έν’ είνας τρανός γάϊδαρος. Η γυναίκα ‘τ’ εν’ παλλά προκομμένον πλάσμαν.

Το συνδετικό

Συνδετικά ρήματα κυρίως είναι το είμαι και το γίνομαι. Κομμενόχρονος να γίνεσαι. Τα χέρä ‘τ’ μακρέα είναι. Ταούλ και ζουρνάν εγέντον. Σαν συνδετικά χρησιμοποιούνται και τα ρήματα:

1. Απομένω, γεννίουμαι, ευρίουμαι, φυτρώνω, ζω, αποθάνω, εβγαίνω, καταντώ, πιάσκουμαι: Ο Στόδουλον επέμ’ νεν λιγωμένος. Επιάστεν τσοπάνος ‘ς σο χωρίον εμούν.

2. Φαίνουμαι, ομäζω, λογαρäουμαι, χειροτονούμαι: Φαίνεται καλός άνθρωπος. Εχειροτονέθεν ποπάς ‘ς σο μοναστήρ’. Μαναχόν τ’ ομμάτä ‘τς εφαίν’ σαν χαλαγμένα.

3. Όσα ρήματα φανερώνουν τρόπο ή κατάσταση: Έρθεν ας σην ξενιτείαν αγνώριστος. Ευρέθεν ‘ς σην αυλήν ατ’ αποθαμένος. Ατόσον κι άσκεμος έτον εκόλτσαν ατέν ο λύκον.

4. Όσα φανερώνουν τάξη ή σειρά: Εγυναίκ’ σεν νέος. Σ’ σ’ εξετάσεις έρθεν πρώτος. Μη θανατώντζ’ ανύπαντρους νέϊκα άμον εμέν, δέβα έπαρ’ γεροντάδας συντρόφ’ σ αμόν εσέν.

5. Όσα εκφράζουν παρομοίωση: Ποτάμ’ έτρεχεν το αίμαν ας σο στόμαν ατ’. Έρουξεν απάν’ ατούν στραβός. Άμον έναν ίσκια έρχουτον αποπίσ’ ιμ’. Άμον την κάταν εφτά ψήα έχ.

ΣΥΝΘΕΤΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Η πρόταση που έχει πολλά υποκείμενα ή κατηγορούμενα λέγεται σύνθετη: Κλέφτες κι απαρνότερος(έν’). Άνιφτος, κοτσάνιφετος, ψιψίκα με τα γένä (έν’). Μωρή, μαϊσσα και τσαζού, αβούτο τι δουλείαν ήτον το ποίκες με.

Συμφωνία των όρων της πρότασης στις απλές προτάσεις

1. Το ρήμα συμφωνεί με το υποκείμενο στον αρθμό και στο πρόσωπο: Εκυλίεν ο γάϊδαρον κ΄εξύαν τα κοκκία, ο γέρον κλαίει τον γάϊδαρον κ’ η γραία τα κοκκία. Μάρτς επεδέβεν ζαντίας ατ’. Επέρασεν τ’ ολοήμερα κ’ η θαγατέρα ‘τς ‘κ εφάνθεν.

2. Το κατηγορούμενο όταν είναι επίθετο, συμφωνεί με το υποκείμενο στην πτώση, στον αριθμό και στο γένος: Εμείς άξιοι και δυνατοί. Κορ’ αν είσαι χριστιανή κ’ ελαδοβαπτισμέντζα. Αδά φαρμάκια τα νερά και τα ποτάμä κρύα.

Όταν όμως το κατηγορούμενο είναι ουσιαστικό, συμφωνεί με το υποκείμενο μόνο στην πτώση: Η γούλα ‘τ’ αχερόν. Η χιλäδία καλόν χτήνον εν’. Κάνω την έμπα σου χρυσόν, την έβγα αργυρένöν.

Όταν τα ουσιαστικά είναι γένους θηλυκού και αριθμού πληθυντικού και δηλώνουν ζώα ή αφηρημένα (ενικού και πληθυντικού) δέχονται το κατηγορούμενο σε ουδέτερο γένος. Η σεβτά σ’ εν’ παλλά τρανόν. Η παρά εν’ ασημένον και θέλ’ μαλαματένä΄χέρä. Λαφρόν ή νύχτα ‘τ’ (να έν’).

Το κατηγορούμενο μπορεί να εκφέρεται σε πτώση γενική, όταν πρόκειται να δηλωθεί:

1. Το πρόσωπο ή τα πράγμα στο οποίο ανήκει κάτι: Τίνος είναι τα πρόατα, τίνος είναι τ’ αρνία. Τη Μάραντου είν’ τα πρόατα, τη Μάραντου τ’ αρνία. Τίνος έιναι τα ξύλα.

2. Μέτρο ή αξία: Το μωρόν εν’ πέντε χρονών. Τα μήλα είναι είκοσ’ παρών. Η δουλείαν έν’ δύο μηνών. Το ποτάμ’ εν’ είκοσ’ ποδών.

Στις σύνθετες προτάσεις

Ρήμα και υποκέιμενο

1. ¨οσον αφορά τον αριθμό, αν προηγείται το ρήμα, εκφέρεται στον ενικό: Έτονε ένας παλαλός και ένας γνωστικός. Ηύρε ένα πάππο με τη γυνάικα του.

Κάποτε όμως το ρήμα εκφέρεται στον πληθυντικό: Εντώκαν ο κύρ’ς κ’ η μάννα ‘τ’ ΄ς σον νουν ατ’. Επέμνανε ο Τάταρον, εγώ και τρεί Λαραχανετ’.

Αν όμως ακολουθεί το ρήμα, τότε εκφέρεται σε πληθυντικό: Ένας άρκος, ένας θώπεκας και ένα κάτα εποίκανε συντροφία. Ατματζάς και η ποθίκα εποίκανε καρτασλούκ.

2. Όσον αφορά το πρόσωπο, όταν τα υποκείμενα δεν είναι το ίδιου προσώπου, το ρήμα εκφέρεται στο επικρατέστερο: Εκείνος κα τα χάταλα ‘τ’ έσαν άρρωστοι. Ο λύκον και τα λυκουδόπα έσαν ξαπλωμέν’.

Κατηγορούμενο και υποκείμενο

1. Όσον αφορά τον αριθμό, το κατηγορούμενο εκφέρεται στον πληθυντικό: Ό κύρ’, η μάννα και το παιδίν έσαν σκοτωμέν’. Εκείνος κι αδελφή ατ’ έσαν παντρεμέν’.

2. Αν τα υποκείμενα είναι διαφορετικού γένους, το κατηγορούμενο εκφέρεται στο επικρατέστερο. Εκείνος και το παιδίν ατ’ έσαν καλοφορεμέν’. Κύρτς, μάννα και παιδίν έσαν παλαλοί.

Αν όμως τα υποκείμενα είναι άψυχα, το κατηγορούμενο εκφέρεται στο ουδέτερο γένος: Η πόρτα, το παράθυρον και ο φεγγίτες έσαν ανοιχτά.Η θάλασσα και το λιμνίν έσαν ήσυχα.

Ελλιπής πρόταση

Σε μια πρόταση μπορεί να λείπει ένας ή περισσότεροι όροι, όταν ευνοούνται έυκολα. Νε λαλία, νε μιλία. Έναν και καλόν. ‘Σ σον Αδ’ γριντζίλä χωρίς κρέατα, οδόντä ζαγκωμένα.

Α. Πρόταση ελλιπής ως προς το υποκείμενο

1. Το υποκείμενο του πρώτου και δεύτερου προσώπου παραλείπεται, γιατί η κατάληξη τους το φανερώνει: Να θάφτω σε. Το θάνατο μ’ ενούνιζα. Ψύλλισέ με.

Όταν πρόκειται για έμφαση ή αντιδιαστολή, τότε δεν παραλείπεται: Έγώ λέγω, κ’ εγώ ακούω. Εγώ λέγ’ ατον καλόερος είμαι.

2. Το υποκείμενο του τρίτου προσώπου δεν παραλείπεται, αλλά και αυτό παραλείπεται:

α. Όταν εννοείται εύκολα: Ετσάμωσεν τ’ ομμάτä και χιονίζ’. Κοσσάρας καθίζ’.

β. Όταν μόνο ένα ωρισμένο υποκείμενο μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτό. Πέραν βρέχ. Εμέν τερεί κ’ εσέν ελέπ’ (ο αλλοίθωρος).

γ. Όταν είναι γενικό και αόριστο: ‘Σ σην Πόλην τρών’ χριστιανούς και ‘ς σο Μισίρ ρωμαίους. Που υφαίν’ νε τα ζωνάρä τα λαχώρä;

δ. Όταν πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: Βρέχ. Στράφτ’ και βροντά. Κατακλυσμόν εποίκεν. Με τον καιρόν ‘κ έβρεχεν, παρ’ ώρας εχαλάζευεν.

Αλλά κάποτε και σ’ αυτά δεν παραλέιπεται: Ο θεός έξεν ατο κα’. Ο ουρανόν ντο έβρεξεν κ’ η γή καπούλ ‘κ εποίκεν.

Β. Πρόταση Ελλιπής ως προς το ρήμα

Το ρήμα παραλείπεται:

1. Σε γνωμικά, παροιμίες, αινίγματα κ.τ.ο.: Μαντζ και γλυκίν, εφτασμένον και πικρόν. Πούρτ μαλλίν ΄ς σο τρυπίν.

2. Του ρήματος είμαι α) το τρίτο πρόσωπο σε απρόσωπες εκφράσεις που σχηματίζονται με τα ουσιαστικά ώρα, καιρός, ανάγκη, κρίμα ή με τα επίθετα εύκολον, δύσκολον, αδύνατον. Καιρός να πας ‘ς σο σχολείον. Ντο ανάγκη να πας απόψ’. Αδύνατον να τελέν τη δουλειαν ατ’ αύριον.

β) Οποιοδήποτε πρόσωπο του ενεστώτος και παρατατικού σε διηγήσεις με γοργότητα: Κρύον ο θάνατος. Όλä καλά. Το ψέμαν τη δäβόλ’.

Γ. Πρόταση ελλιπής ως προς το κατηγορούμενο

Το κατηγορούμενο παραλείπεται όταν εννοείται εύκολα: Εσύ είσαι καλός, εκείνος ‘κ εν’. Εγώ φαίνομαι γέρος, εσύ ‘κι φαίνεσαι.

Παρατηρήσεις στο γένος, στον αριθμό και στο πρόσωπο

Α΄Γένος.

Όταν ο λόγος είναι για πρόσωπα κάθε γένους, χρησιμοποιείτε το αρσενικό σαν επικρατέστερο. Εκείνος, κ’ εκείνε και το παιδίν ατούν έσαν καλοί. Κύρς μάννα και παιδία όλ’ οκνäντ.

Για την ονομασία μια ξένης γλώσσας χρησιμοποιείτε ο πληθυντικός του ουδέτερου. ‘Κι ξέρω τούρκικα. Μαθάνω ρούσικα.

Το ουδέτερο του πληθυντικού χρησιμοποιείτε και όταν πρόκειται για ομάδα προσώπων, που τα συνδέει κάποιος δεσμός: Τ’ αδέλφä τ’ εξαδέλφä τ’ αντραδέλφä, τα παραδέλφä.

Β’ Αριθμός.

1. Ενικός αντί για πληθυντικό χρησιμοποιείτε για ολόκληρο είδος: Άρθωπον κακογνώριστος έν’. Η θεία μ’ χορεύει οξωκά.

2. Πληθυντικός αντί για ενικό σε φυσικά φαινόμενα: Επάτεσαν τα ζέστας. Ερχίνεσαν τα βρεχία.

Σημείωση: Κάποτε και το ρήμα εκφέρεται σε πληθυντικό αντί για ενικό (πληθυντικός της μετριοφροσύνης). Απράνας είπαμε ντο θα μαειρέυς. Πάντα εμείς ιστορίας ‘κι θα λέγωμε, επεζέψαμε.

Γ’ Πρόσωπο.

1. Δεύτερο ενικό αντί για τρίτο, σε γνωμικά, παροιμίες…Επόρεσες με τα χέρä σ’  τσαφίγ’. Ότι ρθύφ’ ς σο πινάκι σ’ θα έρ’ ται ‘ς σο χουλäρι σ’.

2. Πρώτο πληθυντικό αντί για δεύτερο ή τρίτο ενικό ή πληθυντικό: Θα έρ’ ται καιρός και θα κρούωμε το κιφάλ ‘ν εμούν ‘ς σα λιθάρä (θα κρούς). Θέλομε και παθάνομ’ ατα. (θέλτς και παθάντζ ατα).