Τα ρήματα της Ποντιακής Διαλέκτου συνέχεια..

ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ

Είναι ο ενεστώτας, παρατατικός, αόριστος, παρακείμενον, υπερσυντέλικος, μέλλων απλός και μέλλων τετελεσμένος.

Ο παρακείμενος της ενεργητικής φωνής σχηματίζεται με το έχω και την παθητική μετοχή, ο υπερσυντέλικος με το είχα και ο τετελεσμένος μέλλων με το θα έχω: έχω δεμένον, είχα δεμένον, θα έχω δεμένον.

Της μέσης φωνής σχηματίζονται με το είμαι, εμ’ ή έμουν, θα είμαι και την παθητική μετοχή. Είμαι δεμένος, έμουν δεμένος, θα είμαι δεμένος.

Ο Ενεστώτας

Φανερώνει:

1) Ότι η πράξη γίνεται τώρα: Κι ατώρα κελαηδούν και λέγ’νε. Αέτσ’ ας λέγωμ’ ατό.

2) Ότι η πράξη γίνεται πάντοτε και συνεχώς και κατ’ επανάληψη σε ορισμένα ή αόριστα χρονικά διαστήματα. Ας κλαίη που αποθάν’. Άνθρωπον χτίζ’.

3) Κάτι που αρχίζει να γίνεται: Σκοτεινεύ’, μερών’ γερώ, φουρκίουμαι: Μερών’ ‘κι μερών’ εγώ θα πάω.

4) Κάτι από το παρελθόν: Ντο γράφ’ σε. Ντ’ ακούς. Ντο μαθάντζ.

Έτσι μερικοί ενεστώτες ισοδυναμούν με παρακείμενο: Στέκω, κάθουμαι, κείμαι.

5) Κάτι που το υποκείμενο μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει: Εκεί ευρήκ’ ς ότι θέλτς. Επεκαικά καβαλλ’κεύς τ’ άλογον. Άλλο ‘κι ταγιανίζω. Άλλο ‘κ υποφέρ’ ατον.

6) Κάτι που είναι ενδεχόμενο να κάνει: Η έρχουμαι ή ‘κ έρχουμαι. Η ώρα ντο φέρ’, ο χρόνος ‘κι φέρ’. Κοσμόκράτορας γίνεσαι, άμα στομοκράτορας ‘κ επορείς να γίνεσαι.

7) Κάτι που εξάπαντος θα γίνει: Αύριον στείλω σε ντο χρωστώ σε. ‘Σ έναν ώραν θα είμαι ‘ς σ’ οσπίτ’. Ντ΄απομέν’, απομέν’.

Εδώ ανήκει και ο προφητικός ενεστώτας: Η ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλα.

8 ) Κάτι που θέλει, που δέχεται να κάνει το υποκείμενο (βουλητικός ενεστώτας). Άυριον θα πάω ‘ς σον παρχάρ’ έρχεσαι κ’ εσύ; Χωρίς εσέν πουθέν ‘κι πάω.

Ο βουλητικός ενεστώτας στο πρώτο πρόσωπο μάλιστα σημαίνει ότι το υποκείμενο είναι πρόθυμο υπόσχεται να κάνει εκείνο που σημαίνει το ρήμα: Ότι θέλτς, δίγω σε. Αν θέλτς έρχουμαι αύριον βοηθώ σε. Εγώ διατρέυ’ ατον, κι αν ‘κι λαρούται, παράδας ‘κι θέλω.

9) Κάτι που προσπαθεί να κάμει το υποκείμενο: Μ’ ινανεύς ατόν, κομπωντζε. Τερεί να παίη σε. Πολλά μη τρέης, εφτάντζ τον δäβολον.

Ενεστώτας αντί Αορίστου

Πολλές φορές ο Ενεστώτας χρησιμοποιείται αντί του Αορίστου (Ιστορικός Ενεστώτας ή Δραματικός): Εκείνος που διηγείται ένα περασμένο γεγονός, το προβάλλει σαν δράμα στους ακροατές. Άλλους κρούω με το σπαθίν, άλλους κρούω με την κάμαν, κι ο Μάυρο μ’ ο χιλäκλερον τσαλαπατεί και πάει. Έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται και αναγνώθει, σείτ’ αναγνώθ’. Εμπαίν’ κ’ εβγαίν’ και λούσκεται με την βασιλοπούλαν, κι όσα φιλέματα φιλεί, γραφτ’ äτά σην κάμαραν.

Με τα επιρρήματα και χρονικούς προσδιορισμούς ο Ενεστώτας μπορεί να αναφέρεται και στο παρελθόν και στο μέλλον: Την νύχταν πάει ‘ς σον μάστοραν, την νύχταν μαστορεύει(παρελθόν). Κάνω την έμπα σου χρυσήν, την έβγα σ’ αργυρένιον, κάνω και το στεφάνι σου χυτόν μαργαριτάριν(μέλλον).

ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ

Φανερώνει πως η πράξη γινόταν στο παρελθόν. Πότε ακριβώς γινόταν, μπορεί να δηλώνεται, μπορεί και όχι: Ακρίτας κάστρον έχτιζεν. Το πέραν-κιάν κατεβαίναν του Κωνσταντή τα ψίκια.

Η συνέχιση και η άυξηση της πράξης δηλούται με επανάληψη του ρήματος: Εγέντον ο αιχμάλωτον, εγέντον κ’ ερματώθεν. Έτρεχεν, έτρεχεν, έτρεχεν και ‘κ επόρνεν να εφτάν’ äτον.

Ειδικά ο Παρατατικός σημαίνει:

1) Έναρξη μια πράξης στο παρελθόν: Εξημέρωνεν όνταν εξέβαμε ας ‘ς σ’ οσπίτ’. Επεκεί ξαν ερχίνανεν το χορόν.

2) Επανάληψη μιας πράξης: Εμείς τρώγαμε λέοντας, σκοτώναμαι ελάφä. Όλ’ την ημέραν έχτιζαν κι αποβραδής χαλάουτον.

3) Κάτι που προερχόταν από το παρελθόν: Έλεγαν ότι έτον άρρωστος. Άλλ’ εκάθουσον και άλλ’ εξαπλούσαν. Αρ’ εβόσκιζεν το βίον τη κυρού ατ’.

4) Κάτι που μπορούσε να κάνει: Αν έθελ’ νες να πάς κ’ εσύ ας επέγ’νες. Εθάρρ’νες έρθεν άνοιξη.

5) Κάτι το ενδεχόμενο να πραγματοποιηθεί: Εμείς επεθαναμε ‘ς σην εξορίαν ας σο κρύον κι ας σην πείναν, κ’ εσύ εκαλόζηνες ‘ς σην Ρουσίαν. Έχανες τ’ έμορφον το κορίτσι σ’, για την έμορφον νύφε σ’, αν έλεπαν ατε οι Τούρκ’.

6) Κάτι που ήθελε ή δεν ήθελε να κάνει: Εγώ αν ήμουν χριστιανή, εγώ εσέν ‘κ ερούζ’ να.(‘ς σο λιμνίν). Έλεεν πως πουλεί τ’ οσπίτν ατ’, άμα ποίος επαίρνεν ατο.

7) Κάτι που προσπαθούσε να κάνει: Τρανοί μικροί, όλ’ αβαράδες ‘κ έστεκαν, επολέμαναν να στεγάζ’νε την εκκλησίαν. Επέραν τα στράτας ‘ς σο χέρ’ και έτρεχαν κ’ αράευαν.

Παρατατικός αντί Ενεστώτος

1) Όταν η πράξη σχετίζεται με άλλη, που έγινε στο παρελθόν. Ντ’ έθελ’νες και έρχους ολύχτα. Ποίος απ’ εσάς έτον που έκλεφτεν τα πρόατα.

2) Όταν εκείνος που μιλάει βρίσκεται σε πλάνη, από την οποία τώρα βγαίνει: Εθάρρ’να η δουλείαν έτον έυκολον, άμα εκείνο έτον δύσκολον. Εθάρρ’να κατ’ έξερες και κατ’ έσ’, άμα εσύ ούτε έξερες, ούτε έσ’. Κι αρ’ εγώ εξέρ’ ατο και του κάκου έχασα τα παράδας.

ΜΕΛΛΟΝΤΕΣ

Και οι δύο απλοί μέλλοντες, Εξακολουθητικός και Στιγμιαίος, σχηματίζονται με τα μόρι θα ή χα ή α ή θενά ή και χωρίς μόριο,(όταν το ρήμα αρχίζει από –α), και με την υποτακτική του ενεστώτος στα ιδιώματα που δεν έχουν υποτακτική αορίστου: Θα λέγω (αντι του θα λέγω και θα πώ), Θα τρώγω (θα τρώγω και θα φάγω): Αύριον θα γράφτ’ ατον να μη έρται (στιγμιαίος). ‘Σ σα σιμά ‘κι θ’ αποθάν’ (στιγμιαίος). Θα ξυρίουμαι καθάν ημέραν (εξακολουθητικός ή διαρκής). Θα γράφτω πυκνά, για να μη ανασπάλλω το γράψιμον (διαρκής).

Αλλά στα ιδιώματα της Τρίπολης και της Αμισού που έχουν υποτακτική αορίστου, ο στιγμιαίος σχηματίζεται με την υποτακτική αυτή: θα κρεμάσω, θα φύγω. Στα ιδιώματα της Αμισού,της Οινόης και της Όφης, οι μέλλοντες αντί του θα έχουν το να: Άμα παίζει το μάτιν, κάτσι να έρχεται. Εγώ να πάω ‘ς σην ξενιτεία, ους να έρχουμαι, απ’ εμένα παράδες μην περιμένεις.

Ο μέσος μέλλων αντικαταστάθηκε από τον παθητικό: Θα λούσκουμαι – θα λούζωμε και θα λουστώ.

Ο μέλλων φανερώνει:

1) Πως η πράξη θα γίνεται στο μέλλον επί ένα χρονικό διάστημα μικρό ή μεγάλο: Θα πάιζω χαρτία, θα γράφτω γράμμαν.

2) Πως πρόκειτε να συνεχίζει μια πράξη και τότε λέγεται μέλλων συνεχιστικός: Φαίνεται οσήμερον όλεν την ημέραν θα βρέχ’. Νύχταν ημέραν θα δουλεύς, για να ζης.

3) Πως επαναλαμβάνεται μια πράξη και τότε λέγεται επαναληπτικός: Κάθαν ημέραν εγώ θα ερωτώ αν εξέρτς το μάθεμα σ’. Καθάν Θεού ημέραν αέτσ’ αργώς θα έρχεσαι;

4) Μπορεί να φανερώνει θέληση, προθυμία, ή απόφαση (βουλητικός): Θα κοιμούμαι, στρώσον το κρεββάτ’. Εμείς για τ’ εσά τα παλαλωτά ‘κι θα δουλεύωμε.

5) Κάτι το δυνατό ή ενδεχόμενο: Ποίος θα κερδίζ’ ‘ς αβούτο τον πόλεμον. Ποίος θα λαγκεύ τ’ ορμίν. Ποίος θα πάει φέρ’ είδησην.

6) Κάτι που συνήθως συμβαίνει: Είνας άνθρωπος γνωστικός, ατό καμμίαν ‘κι θα ευτάει ατο. Ποίον χωράφ’ εσπείραν και ‘κι θα θερίζν’ ατο (γνωμικός μέλλων).

ΑΟΡΙΣΤΟΣ

Φανερώνει ότι η πράξη έγινε κάποτε στο παρελθόν: Εφόρεσεν ‘κ ενέλλαξεν κ’ εξέβεν ‘ς σα ραχία.

1) Κάτι το στιγμιαίο: Έκοψεν ατο αμόν νερόν. Επιδέβεν το ρακάν. Αποπάν’ εσέβεν κι αποφκά εξέβεν.

2) Κάτι που διήρκεσε: Αέτσ’ πα επέμ’νεν η πίνα τούρκικον και έχτσαν απάν’ μαντρίν. Εχάθεν το τεφτέρν ατ’. Άλλος εσύρεν κ’ επέσυρεν κ’ επακλαεύτεν κ’ εκείνος, κι ο τρίτον εμαυρόζησεν γαγγρωμένος.

3) Κάτι που επαναλήφθηκε: Εξήβεν ας σο ζεβρέν κ’ εσέβεν ‘ς σο δεξέν. Ζήσον κι ας σην Ζύγαναν. Όθεν επίασεν λιθάρ’ εκόπεν.

4) Έναρξη: Η τσέζα ‘τ’ εκόπεν δεκαοχτώ χρόνä, και έδεσαν ατόν με τ’ αλεσσίδας. Εγώ εκατήβα ‘ς σην Τραπεζούνταν και ένοιξα μαγαζίν.

5) Σε διηγήσεις: Έγκεν έναν κουρίν και εθέκεν ατο ‘ς σο τσάκ, εστοίβαξεν εμπροστά ‘θε έναν αγκάλäν ξύλα, εκαράκωσεν την πόρταν τη χαμαιλέτες και εκάτσεν  ‘ς σ’ άψιμον καικά, εντώκεν ατον τ’ άψιμον, ενύσταξεν, εκοιμέθεν κ’ επέμ’νεν.

6) Σε διαπιστώσεις (οριστικός η επιβεβαιωτικός): Ποίος εχάσεν την εντροπήν και θα ευρήκεν ατο ατός. Ποί’σον παιδίν κ’ ελέπον καλόν.

Ο Αόριστος Χρησιμοποιείται αντί:

1) Για ενεστώτα(γνωμικός αόριστος): Η καλατσή χωρία χάλασεν. Ποίον ποτάμ’ εθόλωσεν κ’ επέμ’νεν θολωμένον. Την έμορφον π’ εγάπεσεν, την φούρκαν ‘κ εφοβέθεν.

2) Για μέλλοντα: Εσύ, κορτσόπον, έντρισες, νούντζον και τη χερεία σ’. ‘Σ σον κόσμον ήντζαν επάτεσεν, το μερτικόν ατ’ επέρεν.

ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ

Φανερώνει πως η πράξη έγινε στο παρελθόν και είναι τελειωμένη: Χαρτίν έχει γραμμένον. Έχ’νε κρεμαγμένα τα σελάχä ‘τουν. Έεις δουλείας σκαλωμένα. Είμαι γαστρωμένη και στες ώρες μου.

Κάποτε αντί παρακειμένου χρησιμοποιείται ο αόριστος: Ατόσα έπαθεν και αχούλ ‘κ έμαθεν. Πολλά φοράς έμ’να ‘ς σ’ οσπίτν ατουν.

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Φανερώνει πως η πράξη έγινε στο παρελθόν, πριν από άλλη πράξη που και εκείνη έγινε στο παρελθόν: Είχεν την γούλαν κρεμασμένον. Τρία αδέλφä έμ’νες κ’ οι τρεί καταραμένοι. Είπ’ ατον τα όσα είχα σχεδιασμένα ‘ς σον νου μ’.

Υπερσυντέλικος σχηματίζεται και με το έχω και το απαρέμφατο του αορίστου. Είχεν σταξ’ ναι ολίγον απέσ’ ‘ς σο ποτήρ’. Έπρεπεν να είχες γράψ’ναι και δεβασ’ναι και ύστερα να παίης.

Στο ιδίωμα μάλιστα των Σουρμένων και της Όφης τα απαρέμφατα κλίνονται ακολουθώντας το πρόσωπο του ρήματος από το οποίο εξαρτώνται: Είχα ειπείνα, είχες ειπείνες, είχε ειπείνε κ.λ.π.

Ιδιότυπος υπερσυντέλικος σχηματίζεται από τον αόριστο της οριστικής και το έτον (τρίτο ενικό του είμαι) από τούρκικη επίδραση. Η εγκλεσία εδέκεν απόλυσην έτον. Εξέβεν έτον, επήεν έτον. Μίαν επέθανεν έτον ένας παπάς.

ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΟΣ ΜΕΛΛΩΝ

Σημαίνει ότι η πράξη θα γίνει στο μέλλον και θα είναι τελειωμένη: Εσύ όνταν θα έρχεσαι, εγώ θα έχω τελειωμένον τη δουλεία μ’. Πρίν να κούζ’ ο πετεινόν, εγώ θα είμαι σκωμένος και φορεμένος. Ο παρακείμενος, υπερσυντέλικος και τετελεσμένος δεν χρησιμοποιούνται συχνά.

πηγή: Το Συντακτικό της Ποντιακής Διαλέκτου του Στάθη Αθανασιάδη..