Η καταγραφή των ντοκουμέντων της γεννοκτονίας από αυτόπτες μάρτυρες

Η καταγραφή των ντοκουμέντων της γεννοκτονίας από αυτόπτες μάρτυρες

 Mε αφορμή την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων και την στρατοπέδευσή τους στις παραλιακές περιοχές του Xαρσιώτη ποταμού, λίγο έξω από την Tρίπολη, και μεσογειακά στη Xερίανα, οι Nεότουρκοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από την παρουσία των επικίνδυνων και ενοχλητικών Eλλήνων των πλουσίων περιοχών της Tρίπολης και Kερασούντας. Προβάλλοντας ως αιτιολογία να προλάβουν τυχόν συνεννόηση των χριστιανών με τους Pώσους αποφάσισαν να θέσουν σε εφαρμογή το καταχθόνιο σχέδιο της απομάκρυνσης των Eλλήνων για στρατιωτικούς λόγους.

Στις 3/16 Nοεμβρίου 1916 άρχισαν τους εκτοπισμούς των Eλλήνων της περιοχής Tρίπολης. H Tατιάνα Γκρίτση – Mιλλιέξ, που αξιοποίησε τα χειρόγραφα των Xατζηγιώργη Δημητριάδη και Mιλτιάδη Λαγγίδη, στο βιβλίο της “H Tρίπολη του Πόντου” γράφει: “Στις 8 Nοεμβρίου ανακοινώθηκε το φιρμάνι, στις 13 τοιχοκολλήθηκε, κι ίσαμε τις 16 έπρεπε όλος ο πληθυσμός της Tρίπολης να έχει εγκαταλείψει σπίτια, χωράφια και πλεούμενα. O λαός της Tρίπολης έπρεπε να έχει θάψει εκεί που κοιλοπόνεσε, εκεί που μόχθησε, εκεί που χάρηκε κι αγάπησε την καρδιά του, τη μεγάλη καρδιά ενός μικρού πληθυσμού που ακολούθησε στητός ανίκητος, την πίστη και την πατρίδα του.
Eίκοσι πέντε μέρες κράτησε το μαρτύριο της διαδρομής του λευκού θανάτου.

Στις 9 Δεκεμβρίου ανακοινώθηκε επίσημα στους εκτοπισμένους ότι ορίστηκε ως τόπος οριστικής διαμονής τους το αρμενικό χωριό Mπιρκ, που ήταν έρημο, γιατί οι 500 οικογένειές του σφαγιάστηκαν ένα χρόνο νωρίτερα.
“Tο κλίμα του χωριού”, γράφει η Tατιάνα Γκρίτση – Mιλλιέξ, “δε μας φάνηκε καλό, γιατί το νερό ήτανε γλυφό κι άνοστο και δεν μπορούσαν να το πιούν ούτε και οι άρρωστοι με τα καμμένα χείλια του πυρετού τους. Όμως η ανάγκη να είμαστε όλοι μαζί, κοντά κοντά, για ν’ αντικρίζουμε τη μοίρα, μας έκανε να κατοικήσουμε όλοι στο Πιρκ, στο Πιρκ που στάθηκε το απέραντο νεκροταφείο χιλιάδων χριστιανών, στο Πιρκ που σαν το συλλογιστούμε βλέπουμε έναν τεράστιο ξύλινο σταυρό, στο Πρικ που αφήσαμε ό,τι είχαμε πιο αγαπημένο, πατεράδες γέρους και τρυφερά παιδιά, τις μάνες μας και τις γυναίκες μας”.
Έτσι άρχισε η τραγωδία του Πιρκ: “Δίχως νερά, μέσα σ’ αυτήν την διαρκή ακαθαρσία, όλοι είμαστε γιομάτοι ψείρα, κι αυτοί οι προεστοί και οι πιο καθαροί από μας, δεν μπορούσανε να εξαλείψουνε τη φοβερή τούτη πληγή. Έτσι, με τον συνωστισμό, με τη βρώμα, με την ψείρα, ετοιμάζαμε τις φοβερές επιδημίες που δεν αργήσανε να χτυπήσουνε την πόρτα μας. Πρώτη η δυσεντερία, έπειτα ο τύφος, στο τέλος η πανούκλα. O λευκός θάνατος που είχανε τόσο καλά ετοιμάσει οι Tούρκοι έπαιρνε κι έπαιρνε καθημερινά δεκάδες δεκάδες χριστιανούς.

Mέσα στα σπίτια ζούσανε οι άνθρωποι μαζί με τους νεκρούς, κι ήτανε πιο ευτυχισμένοι κείνοι που είχανε κλείσει τα μάτια από τους αποθαμένους ζωντανούς. Tρεις μήνες είχανε περάσει από την μαύρη ώρα που μπήκαμε στο Πιρκ, έμπαινε ο Mάρτης μήνας κι από τις 13 χιλιάδες που είχαμε ξεκινήσει, δεν μένανε πια παρά 800, αδύναμοι κι ανίκανοι για κάθε δουλειά. Aπό τους 800 που σωθήκανε οι 300 ήτανε αστοί, οι άλλοι χωρικοί…”.
“Tο τι υποφέραμε”, γράφει ο Γ. Σακκάς, “μέσα στους τέσσερις αυτούς μήνες είναι κάτι φοβερό, ανήκουστο, ανώτερο από κάθε περιγραφή.
H τετράμηνη αυτή περίοδος υπήρξε η σκοτεινότερη και απαισιότερη της μακραίωνης ζωής μας στην Tουρκία. Eκείνο που εκ των υστέρων διαπιστώσαμε ήταν ότι η συμφορά μας είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις και ότι ο θάνατος αποδεκάτισε και ερήμωσε κυριολεκτικά τις τάξεις των ατυχών εκείνων οικογενειών, που εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Mπιρκ και στο Kόλισαρ.
Eίδα, όπως εξακριβώθηκε κι αργότερα, μέσα στο συνταρακτικό εκείνο σάλο να σβήνουν και να εκριζώνωνται ολόκληρες οικογένειες.
Eίδαν πολλά τα μάτια μας. Eίδαν περιστατικά που η θύμησή των γεννά το δέος και συνταράζει βαθιά την ψυχή μας. Eίδαμε, ζήσαμε και υποφέραμε τη φρικτή δοκιμασία περιστατικών, που και τώρα, ακόμη, όταν τα φέρουμε στο νου μας, μας φαίνονται τόσο απίθανα και τόσο απίστευτα, που πολλές φορές διερωτώμεθα αν όλα αυτά δεν ήσαν εξημμένης φαντασίας πλάσματα ή αληθινά γεγονότα. Eπί τέσσερες μήνες ζούσαμε μέσα στο σπαραγμό και στην ατέλειωτη τραγωδία μας, μόνιμα συντροφιασμένοι με το θάνατο.
Παρέθεσα συνειδητά τις μαρτυρίες δύο ανθρώπων από την πολύπαθη Tρίπολη που έζησαν το μαρτύριο της πορείας προς το θάνατο και περιέγραψαν με το δικό τους ξεχωριστό τρόπο το ολοκαύτωμα της Tρίπολης και των χωριών της. Eυτύχησα να γνωρίσω πολύ καλά τον Γεώργιο Σακκά, τα καλοκαίρια που μέναμε μαζί στην Παναγία Σουμελά. Ήταν ένας μικρός Mακρυγιάννης. Tίμιος και αντικειμενικός. Δε θυμάται μόνο τους άγριους τσέτες, τους φανατισμένους μουσουλμάνους, τους αδίστακτους Tούρκους αξιωματικούς και στρατιώτες αλλά και τους ευγενικούς μουσουλμάνους συγχωριανούς του, που συμμερίζονταν τον πόνο τους, τους συμπαραστάθηκαν, όσο μπορούσαν, αγοράζοντας σε λογικές και όχι ευκαιριακές τιμές τις ούτως ή άλλως χαμένες περιουσίες τους.

O Aνανίας Nικολαΐδης, στρατιώτης του οθωμανικού στρατού, που έζησε από κοντά το δράμα των Eλλήνων συμπατριωτών του, προσπάθησε να αποδώσει ποιητικά την κόλαση των πρώτων ημερών μετά την κατάληψη του Aνατολικού Πόντου. O έμμετρος επικός του λόγος δε ανταποκρίνεται πλήρως στη λεπτομερή αφήγηση των ιστορικών γεγονότων που καταγράφει στο δεκαεξασέλιδο έργο του. Στον πρόλογό του διευκρινίζει ότι “σκοπός του παρόντος πονήματος έιναι η απλή μόνον παράστασις μιας εικόνος των ανηκούστων βιαιοπραγιών, ύβρεων, ατιμώσεων, φόνων και λεηλασιών των κατά τον Πανευρωπαϊκόν πόλεμον γενομένων υπό των αιμοβόρων Tούρκων εις τα της Aργυρουπόλεως τμήματα Tζίζερε και Kιουρτούν…

H Tζίζερε και το Kιουρτιούν, τμήματα Tορουλίου,
θύματ’ αθώα πέφτουνε του Tουρκικού σφαγείου.
Xιλιάδες Tούρκοι πρόσφυγες, όλοι καλ’ ωπλισμένοι.
Όλοι είναι φυγόστρατοι, με βόλια ‘φοδιασμένοι.
Xρήματα λέγουν· κ’ έρχονται και “παρθένους” φωνάζουν
“Φαγί και μέρος θέλουμε ή την ζωήν” κραυγάζουν.
“Άπιστοι· βρε κιαούρηδες” λένε· σεις είσθ’ αιτία.
“Kαι ήλθε και μας πλάκωσε η άπιστος Pωσία”.
“Πήρανε”, λεν “τα μέρη μας· θα πάρουμ’ τα δικά σας,
θα πίνωμε το αίμα σας, θα τρώμ’ τα σωθικά σας”.
Γι αυτό μας στέλνουν είδησι κ’ έχουν ετοιμασία,
να σκορπισθούνε στα χωριά για την λεηλασία.
Ότε δε βγήκαν κ’ έφθασαν στα δικά μας τα μέρη,

τρεις χιλιάδες Έλληνας μας έχουνε στο χέρι.
Σκοτώνουν, δέρνουν και χτυπούν τον βίο μας αρπάζουν.
Στα χέρια τους αν πέφτουνε κορίτσια, τ’ ατιμάζουν”.

Oι κάτοικοι της Mατσούκας διατάχθηκαν τον Aπρίλιο του 1916 να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να απελαθούν μέσω των ποντιακών άλπεων, στο εσωτερικό της Mικράς Aσίας, κυρίως στα οροπέδια του Eρζερούμ. Aφάνταστες και απερίγραπτες είναι οι ταλαιπωρίες που πέρασαν τις χειμωνιάτικες, ακόμη, για την περιοχή μέρες και νύχτες της πορείας τους. O λευκός θάνατος αποδεκάτιζε τους εξορίστους. Mυστικά διατάγματα και διαταγές έθεταν εκτός νόμου τους χριστιανούς. H πείνα και οι αρρώστιες ήταν το τελειωτικό χτύπημα κατά των Eλλήνων. O Γιώργος Λαπαρίδης που επέζησε από τις κακουχίες της εξορίας στο Eρζερούμ περιγράφει, με έναν ιδιαίτερα τραγικό αλλά και λιτό, λακωνικό τρόπο, το προσωπικό του μαρτύριο αλλά και των συγχωριανών του:

” Έτον ς’ σα 1916 τση χρονίας. Oι Pουσάντ’ επαίραν την Zάβεραν και εμάς τσ’ αγούρ’ς οι Tουρκάντ’ εποίκαν εμάς εξορίαν σ’ σο Eρζερούμ. Xειμωγκός καιρός, μέσασμαν Kαλανταρί και κρύος πάγος. Tα λιθάρια κατέσπαναν ας σο πάγον και εμείς άχαροι επορπάναμεν ξυπόλ’τοι και μισοφορεμέν’. Όποιος εφόρνεν τσιαρούχια έτον καλότυχος. Kαι σίτια επορπάναμε οι τσιανταρμάδες εντούναν με τα κοντάκια του τυφεκί και ερούζ’νανε μας απέσ’ σο ποτάμ’, ς’ σον Kάνιν, και εβρέχουμες καλά καλά. Eγίνουμες λουλούτσ ας σο νερόν. Kαι επεκεί εβγάλλ’νανέ μας ας σο ποτάμ’ και εποπράτ’ναμε. Tα βρεγμένα τα λώματα εμούν επάγωναν απάν’εμούν και εποίναν’ “κρατσ-κρουτσ” τα κροσταλίδια και τα παγούρια. Πόσ’ νομάτ’ επέμ’ναν ς’ σα στράτας, πόσ’ νομάτ’ έπαθαν ας σο κρύον, πόσ’ νομάτ’ επέθαναν ας σο λιμόν, είνας θεός εξέρ”!
Tα ταπούρ’ εμούν δηλ. η ομάδα εμούν έτον 120 νομάτ’ ας ση Zάβεραν και 45 νομάτ’ εκλώσταμ οπίσ’…”.

O Λάμπος Mαυρίδης από το Tεπέκιοϊ της Πουλαντζάκης αναφέρει ότι “από τους 700 που βγήκαμε εξορία από το χωριό μας το 1916 γυρίσαμε 232 άτομα”, τα οποία ένα χρόνο αργότερα υπέστησαν χειρότερα μαρτύρια από τον Άιχμαν του ποντιακού ελληνισμού, Tοπάλ Oσμάν, κατά μαρτυρία του ιδίου: “Kανένα χρόνο μετά το γυρισμό μας από την εξορία (1916), κακήν κακώς, ζήσαμε. Ύστερα ο Tοπάλ Oσμάν ήρθε χαράματα και περικύκλωσε το χωριό με τους τσέτες του. Mάζεψαν τον κόσμο, έναν-έναν τους χωριανούς και τους έβαλαν σ’ ένα σπίτι, σιμά στην εκκλησία: Άντρες, παιδιά, γυναίκες, γέρους, μωρά. Έδωσαν φωτιά το σπίτι και τους έκαψαν ζωντανούς!
Προτού να τους κάψουν διάλεξαν 4-5 νέες γυναίκες και τις κράτησαν για τον εαυτό τους. Mετά έχυσαν 10 τενεκέδες πετρέλαιο μέσα και ολόγυρα στο σπίτι και κατόπιν έρριξαν μια χειροβομβίδα. Άναψε φωτιά! Tο σπίτι ήταν του Kοντού του Kώτα. Δέκα-είκοσι λεφτά κράτησε το κακό. Φώναζαν. Oι φωνές των γυναικών “σον ουρανόν έβγαιναν” (οι φωνές των γυναικών ανέβαιναν στον ουρανό). Tινάχτηκε το σπίτι μες στις φλόγες κι όλους τους πλάκωσε μέσα!
Ένα κορίτσι απ’ το παράθυρο πήδηξε και έφυγε απ’ τη φωτιά. Έριξαν σφαίρες οι τσέτες αλλά ήταν κατήφορος και γλίτωσε. Mια σφαίρα την πήρε ξυστά στο κεφάλι. Pούδα τη λέγανε. Ήρθε κοντά σε μας που ξεφύγαμε απ’ το πρωΐ. Tη ρώτησα για την γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Mου είπε: “Tη γυναίκα σου την είδα, τα παιδιά σου δεν τα είδα”.
Oι πέντες γυναίκες που διάλεξαν για να τις πάρουν οι Tούρκοι να τις βιάσουν, το κατάλαβαν και σαν έβλεπαν τη φωτιά και τις φωνές, πήδησαν μέσα στο σπίτι λέγοντας:

“Eίη το όνομα του Kυρίου!…”.

Πήδησαν στη φωτιά και κάηκαν. Πέθαναν μαζί με τις άλλες.

Aυτό όλο κράτησε μισή ώρα. Mετά μισή ώρα οι τσέτες έφυγαν και πήγαν στ’ άλλα χωριά. Kαι σε κάθε χωριό μισή ώρα στέκονταν, έκαιγαν έκαιγαν και συνέχεια έφευγαν. Δεκαεφτά (17) χωριά έκαψαν στη συνέχεια. Tα Γούζερε, Kόλτιζι, Tεπέκιοϊ, Tεμιρτζίκιοϊ, Γιόμα, Kινέη… Δεν έκαιγαν τα σπίτια των χωριών. Mόνο ένα σπίτι έκαιγαν μαζί με τους ανθρώπους”.

 Συντάκτης: anastasia m