ΘΕΜΑΤΑ / ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ…

ΘΕΜΑΤΑ / ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ: ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ… / Η ΣΦΑΓΗ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ – ΣΤΑΘΗΣ ΛΟΛΟΣΙΔΗΣ


Η σφαγή στην Νίκαια  14-8-1920

Εγώ ήμουν έμπορος στην Νίκαια και είχα μεγάλη περιουσία…. Το βράδυ της 14ης Αυγούστου ακούσαμε να πέφτουν, από μακριά , κανόνια και ενομίσαμε πως ήταν ελληνικός στρατός που κατέβαινε να μας ελευθερώσει. Εμείναμε ξάγρυπνοι περιμένοντας την απελευθέρωσή μας ή την σφαγή. Κατά τις δύο τα μεσάνυχτα ακούσαμε να χτυπούν τις πόρτες μας οι Τούρκοι…. Έπιαναν τους άνδρες από το λαιμό και τις γυναίκες από τα μαλλιά και τούς έβαζαν το μαχαίρι εμπρός στο στήθος.
Ήταν χιλιάδες Τούρκοι της Νίκαιας, και όλης της περιφέρειας τού Καραμουσλάρ, της Λεύκας, του Αϊνεγκιόλ. Είχαν έρθει ακόμη Τούρκοι απο τη Σαπάντζα και το Ατά Παζάρ για να μας κλέψουν, για να μας σφάξουν, για να ατιμάσουν τις γυναίκες μας. Ο Ντζεμάλ, οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί τους οδηγούσαν στην αρπαγή. Μας είχαν βγάλει από τα σπίτια , τα υπόγεια και τις τρύπες, και φύλαγαν τις θύρες του φρουρίου, πού βρίσκεται μέσα στην κτισμένη Νίκαια για να μην μπορέσει να βγει και να γλυτώσει κανένας χριστιανός. Εν το μεταξύ, είχαν βάλει πολλούς άνδρες και γυναίκες μέσα στην μεγάλη μαρμαρένια εκκλησία της Παναγίας, όπου έγινε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, και τούς έσφαξαν λιανίζοντας τους. Ο Ντζεμάλ διέταξε το δικό μας τμήμα να το πάνε πρός την πύλη της Λεύκας… Ο κόσμος έκλαιγε και φώναζε…πέντε άνδρες κόψαμε το σχοινί πού ήμασταν δεμένοι με τα δόντια μας και φύγαμε. Οι Τούρκοι πρόφτασαν και σκότωσαν τούς συντρόφους μου. Εγώ έτρεχα γρήγορα και οι σφαίρες σφύριζαν στα αυτιά μου.. Έπεσα κάτω και κρύφτηκα σ’ ένα θάμνο…Κάτω από το θάμνο, μαζεμένος, έβλεπα τη μεγάλη σφαγή πού άρχισε να γίνεται μέσα στο ωχρό φεγγάρι. Τούς άνδρες τούς έσφαζαν με μεγάλες μαχαιριές και τούς πελεκούσαν. Τις γυναίκες από έξι χρονών κοριτσάκια έως και τις γριές τις ατίμαζαν και τις έσφαζαν… Έβαλα πολύ χώμα στ’ αυτιά μου για να μην ακούω. Έως το μεσημέρι ατίμαζαν και ατίμαζαν και έκαναν τα κρέατα μικρά κομματάκια, και ύστερα έφεραν κάρα και μάζευαν τις σάρκες.
Από την δική μου οικογένεια έσφαξαν τη γυναίκα μου Όλγα, τη μητέρα μου Σοφία, τον αδελφό μου Κώστα, την κόρη μου Σοφία. Άλλους δεν είχα..
Έμεινα στο θάμνο μου όλο το απόγευμα και τη νύχτα βγήκα..”

Αφήγηση του Στάθη Λολοσίδη, πού κατόρθωσε να σωθεί από την σφαγή, από τό βιβλίο “ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΝΙΚΑΙΑΣ”, εκδόσεις “Τραπεζούς”

Γιωρίκας Κοβρίδης εκ Μελβούρνης