Οι γιορτές των Ποντίων στα Άνω Πορόΐα Σερρών..

Advertisements

Οι γιορτές των Ποντίων στα Άνω Πορόΐα,

απόσπασμα από το βιβλίο

«Στον αργαλειό του χρόνου…σελ. 93 εώς 95»

Οι γιορτές των Χριστουγέννων και τις Πρωτοχρονιάς πλησιάζουν, ο νέος χρόνος έρχεται παίρνοντας την σκυτάλη από τον παλαιό, κουρασμένο και με πολλές, δύσκολες στην ζωή όλου του κόσμου αλλαγές. Η συγκυρία αυτή των δύσκολων γεγονότων που διαδραματίζονται με κάνει να «αρροθυμώ να κλαίγω να γελώ, όντες έρχουνται ’ς σ’ αχούλι μ’ ασ’ σα αργερά τα χρόνâ ημέρας πε έζηναν τα γονικά μ’ ’ς σην ανάσπαλτον πατρίδαν» που μπορεί να μην τις έζησα αλλά είναι καθήκον μου να τις καταγράψω και να τις δημοσιοποιήσω. Παρακάτω σας παραθέτω έθιμα των εορτών, που μεταφέρθηκαν από τον Πόντο στην Ελλάδα και καταγράφηκαν στο βιβλίο «Στον αργαλειό του χρόνου…» που συνετάχθει από την συντακτική ομάδα που αποτελείτε από τους:

α. Αγγελίδου – Γιουβαντσή Κατερίνα

β. Αριανοπούλου – Αραμπατζή Αθηνά

γ. Ζωΐδου Κλεονίκη

δ. Σιαμμένου – Γκίτσα Κατερίνα

ε. Τσεκμέζογλου Μαρία

εκδόσεως Πνευματικού Κέντρου Άνω Ποροΐων Αύγουστος 2006,των ποντίων των Άνω Ποροΐων Σερρών..

Οι πόντιοι, παραμονές Χριστουγέννων, μαζεύονταν σε συγγενικά σπίτια και συζητούσαν για το γιορτινό τραπέζι. Οι άντρες αποφάσιζαν τι ζώο θα σφάξει ο καθένας. Άλλος έσφαζε γουρούνι, άλλος μοσχάρι, άλλος κουνέλι, ενώ οι γυναίκες αποφάσιζαν τι λαχανικά και φρούτα θα ψώνιζαν. Φτιάχνανε τσουρέκια στο φούρνο, που έμοιαζαν με πίτες. Τα παιδιά έψελναν τα ποντιακά κάλαντα και τους έδιναν – αντί  για λεφτά – ξηρούς καρπούς, ξερά σύκα και κερατούτσες, που έμοιαζαν με φασόλια, άλλα ήταν γλυκές.

        Ανήμερα των Χριστουγέννων, μετά την εκκλησία, έτρωγαν πατσά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας ετοίμαζαν τα τραπέζια τους. Οι γυναίκες τακτοποιούσαν τα ωραία ψητά και όλοι έτρωγαν και έπιναν, ξεχνώντας κάθε λύπη και στενοχώρια.

        Έθιμο των ημερών αυτών ήταν και η προσφορά δώρων από το νονό στον βαφτισιμιό του. Πολλές φορές και ο βαφτισιμιός πρόσφερε δώρα στο νονό του, το λεγόμενο «καλαντίασμαν».

        Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς διάλεγαν ένα μεγάλο κούτσουρο και το έβαζαν να σιγοκαίει στο τζάκι. Πίστευαν ότι η φωτιά διώχνει τα δαιμόνια που έρχονταν από την καπνοδόχο. Το κούτσουρο αυτό το λέγανε «καλαντοκάρ». Το ίδιο βράδυ ο αρχηγός της οικογενείας έκοβε τη βασιλόπιτα, που το φλουρί της ήταν μια δεκάρα. Έπειτα, ο ίδιος ανακάτευε φουντούκια με νομίσματα και τα πετούσε ψηλά τρείς φορές, λέγοντας ευχές για τη νέα χρονιά.

        Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς, οι γυναίκες πήγαιναν στη βρύση του χωριού. Άφηναν εκεί τσουρέκια, γλυκίσματα, φρούτα και έπαιρναν νερό (το θεωρούσαν αγιασμένο), για να ραντίσουν το σπίτι. Μετά έσπαγαν στην πόρτα του σπιτιού ένα ρόδι για γούρι.

        Σε κάποια σπίτια οι νοικοκυραίοι έπαιρναν από ένα κυδώνι και το έκοβαν σε τόσα κομμάτια, όσα ήταν τα άτομα της οικογένειας. Κατόπιν, έβαζαν μια δραχμή σ’ ένα κομμάτι, ανακάτευαν όλα τα κομμάτια μέσα σε μια πετσέτα και έπαιρναν από ένα. Όποιος τύχαινε τη δραχμή, έπρεπε να σηκωθεί τα χαράματα, να πάρει μια κανάτα και να πάει στην πλατεία να γεμίσει νερό. Από αυτό το νερό κρατούσε λίγο για να πλυθούν και να πιούν και το υπόλοιπο το έβαζε στις ποτίστρες των ζώων.

        Τις αποκριές, τα παιδιά και οι νέοι του χωριού ντύνονταν καρναβάλια μόνο το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Τριωδίου, δηλαδή της Τυροφάγου.

        Οι στολές των παιδιών ήταν απλές. Τα αγόρια φορούσαν τα παλιά ρούχα της γιαγιάς, ενώ τα κορίτσια του παππού. Σκέπαζαν το πρόσωπό τους μ’ ένα τσεμπέρι, έπαιρναν μια κουδούνα ή μια λύρα μαζί τους και γυρνούσαν στους δρόμους  και στα σπίτια του χωριού. Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν από μια καραμέλα και προσπαθούσαν να τους αναγνωρίσουν, ενώ αυτοί χόρευαν, τραγουδούσαν και ξεφώνιζαν. Αφού γύριζαν σε όλα τα σπίτια του χωριού, πήγαιναν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού και ζητούσαν συγχώρεση, καθώς την επόμενη ημέρα ξεκινούσε η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Την ημέρα της Καθαρής Δευτέρας, οι Πόντιοι πήγαιναν εκκλησία, κοινωνούσαν, έπαιρναν αντίδωρο και όσοι ήθελαν κρατούσαν όλη τη νηστεία. Τις τρεις πρώτες ημέρες δεν έτρωγαν και δεν έπιναν ούτε νερό. Τη Σαρακοστή, παρόλο που τα καφενεία ήταν ανοιχτά και πήγαινε ο κόσμος, δεν γίνονταν χοροί. Κάθε Παρασκευή, στα Χαιρονύμφια, παρευρίσκονταν απαραιτήτως μικροί και μεγάλοι.

        Καθώς πλησίαζε η Μεγάλη Εβδομάδα, οι γυναίκες ασχολούνταν με το καθάρισμα τους σπιτιού και τις προετοιμασίες για το Λαμπριάτικο τραπέζι.

        Το Σάββατο του Λαζάρου έφτιαχναν τα κουλούρια, που τα έλεγαν «Κερκελέ» και μαζί με άσπρα αυγά, τα πρόσφεραν στα παιδιά που έψελναν την Κυριακή των Βαΐων.

        Τη Μεγάλη Εβδομάδα την αφιέρωναν αποκλειστικά στον εκκλησιασμό.

        Τη Μεγάλη Πέμπτη ζύμωναν τα ψωμιά και τα τσουρέκια και έβαφαν τα αυγά. Το βράδυ πήγαιναν στην εκκλησία, έχοντας μαζί τους ρούχα ή τρόφιμα, που τα άφηναν να διαβαστούν για το καλό.

        Τη Μεγάλη Παρασκευή πήγαιναν να προσκυνήσουν τον Επιτάφιο και επειδή την θεωρούσαν ημέρα μεγάλης νηστείας, έτρωγαν νερόβραστα φαγητά.

        Το Μεγάλο Σάββατο έσφαζαν αρνιά, κότες ή κόκορες, για το τραπέζι της Κυριακής του Πάσχα. Το βράδυ της Ανάστασης πήγαιναν όλοι στην εκκλησία έχοντας μαζί τους κόκκινα αυγά, που τα τσούγκριζαν αμέσως μετά την Ανάσταση.

        Την πρώτη μέρα του Πάσχα οι μεγάλοι, σε ομάδες τριών – τεσσάρων ατόμων, πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και με τη συνοδεία της λύρας χόρευαν και τσούγκριζαν αυγά . Έτσι γιόρταζαν οι Πόντιοι των Άνω Ποροΐων την Ανάσταση του Κυρίου.

Ευχαριστώ για την άδεια αναδημοσίευσης το Πνευματικό Κέντρο Άνω Ποροΐων και την Κα Τσεκμέζογλου Μαρία..

 

 

41.0883123.542815