Η Ηρωϊκή Σάντα, Η μάχη της Μαγάρας (σπηλιά).

Η Ηρωϊκή Σάντα

Η Σάντα ήταν ένα συγκρότημα 7 χωριών – συνοικιών σκαρφαλωμένων στον ορεινό όγκο με φυσική οχύρωση και ελεύθερη ζωή. Η γεωργία και η κτηνοτροφία ήταν οι πόροι της, αλλά η επιθυμία για μάθηση ήταν μεγάλη. Πολλούς δασκάλους, καθηγητές και επιστήμονες έβγαλε η Σάντα, αυτό το ορεινό καταφύγιο των ελεύθερων ανθρώπων.

Ήρθε όμως ο χαλασμός, ο πόλεμος. Ο τουρκικός στρατός υποχωρούσε στην προέλαση του ρωσικού (1918 ).

Οι κάτοικοι των τουρκικών χωριών έφευγαν καταστρέφοντας και σφάζοντας. Προσπαθούσαν ν’ ανέβουν και στη Σάντα, αλλά η πορεία προς τη Σάντα ήταν δύσκολη. Η Σάντα υποστήριζε την ύπαρξή της με όλα τα μέσα.

Όταν η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει οι Σανταίοι ανέβηκαν πιο ψηλά, στα δασωμένα βουνά με τις οικογένειές τους για να σωθούν. Στην ερημωμένη πια Σάντα ανέβηκε δύναμη στρατού, τζανταρμάδων και τσέτεδων, κατέστρεψε ένα μεγάλο μέρος των σπιτιών και έσφαξε πολλούς από τους εναπομείναντες.

Η μεγαλύτερη όμως καταστροφή της Σάντας συντελέστηκε κατά τις μάχες Ρώσων και Τούρκων, όταν η γύρω περιφέρεια περιήλθε εκ περιτροπής στους δύο αντιπάλους. Οι σκληρές μάχες για την κατοχή του ορεινού όγκου της Σάντας εκμηδένισαν σχεδόν της ύπαρξη ζωής. Σαν αγρίμια οι Σανταίοι μέσα στα δάση, χωρίς τροφή, χωρίς εφόδια ταλαιπωρήθηκαν αφάνταστα και πολλοί πέθαναν από τις στερήσεις και την εξάντληση.

Όταν πλέον απελευθερώθηκαν με τη ρωσική προέλαση οι Σανταίοι άρχισαν και πάλι να οργανώνουν τη ζωή τους. Όμως πολύ γρήγορα ξανασυννέφιασε ο ουρανός: η ρωσική επανάσταση, η κατάρρευση του ρωσικού μετώπου επανέφεραν τους Τούρκους που ήθελαν την ριζική συντριβή του οχυρού των Ελλήνων. Από τις 1.000 οικογένειες που αποτελούνταν η Σάντα – όπως αναφέρει ο ιστορικός Γ. Βαλαβάνης – οι 600 έφυγαν μαζί με το ρωσικό στρατό και οι 400 που έμειναν άρχισαν να οργανώνουν την άμυνά τους. Οι πρόεδροι των κοινοτήτων έχοντας συναίσθηση του μίσους των Τούρκων και του κινδύνου που διέτρεχαν από τα γειτονικά τούρκικα χωριά, ίδρυσαν νυχτερινά φυλάκια (κυρίως στα χωριά που ήταν στα άκρα, δίπλα από τουρκικά). Ένα τέτοιο φυλάκιο δημιουργήθηκε στο χωριό Χαρατζάντων, σε απόσταση μισής ώρας από το πρώτο τουρκικό χωριό. Το φυλάκιο αυτό φρουρούσε το δημόσιο δρόμο από τα τουρκικά χωριά προς τη Σάντα. Το φυλάκιο φρουρούσαν εναλλάξ παληκάρια από τα χωριά Ισχανάντων, Πινιατάντων και Τερζάντων.

Τα γενναία παλικάρια της Σάντας δημιούργησαν «αντάρτικο» σώμα και κατέστησαν την ιερή γη τους απροσπέλαστη και απάτητη από τους Τούρκους. Πολλές φορές η «ποντιακή Μούσα» εμπνεύστηκε από τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των ανταρτών της Σάντας και ύμνησε τα παλικάρια της. Όμως το αποκορύφωμα της τραγωδίας του ποντιακού ελληνισμού στα 1921, έμελλε να χτυπήσει και τη Σάντα.

Η Σάντα ξεψυχάει…

Η μανιασμένη θύελλα των εκτοπισμών και των σφαγών που εκδηλώθηκε σ’ όλο τον Πόντο, μ’ ένα σαφές εκ των προτέρων πρόγραμμα εξόντωσης από τον Ιούνιο του 1921, έφτασε στη Σάντα κάπως αργά, κατά το Σεπτέμβριο του 1921. Δεν ήταν εύκολη η εφαρμογή του γενικού προγράμματος νωρίτερα γιατί η Σάντα αποτελούσε ένα φυσικό οχυρό, το οποίο υποστήριζαν ένοπλοι Σανταίοι. Οι επιχειρήσεις εναντίον της Σάντας άρχισαν από τις 9 Σεπτεμβρίου 1921 από στρατιωτικές δυνάμεις και τσετέδες.

«Κι εκινητοποιήθηκε το σύμπαν κατά της Σάντας», γράφει ο Νίκος Τοπαλίδης σ’ ένα σημείωμά του για τις τελευταίες στιγμές της τραγωδίας της Σάντας. «Και σαν να μην έφθανε ολόκληρη μεραρχία με το πυροβολικό της, στείλανε κοινοποίηση σ’ όλα τα τουρκικά χωριά της περιφέρειας Τραπεζούντας, να πάρουν όλοι όπλα και να κινηθούν εναντίον της Σάντας».

Και όπως βεβαιώνει ο ιστορικός Γ. Βαλαβάνης: «συγκεντρώθηκαν περί τις οχτώ χιλιάδες. Το σώμα αυτό, στο οποίο προστέθηκαν και οχτακόσιοι τσέτες, εκίνησε κατά της Σάντας από δύο διευθύνσεις».

Ο Ευριπίδης Χειμωνίδης Σανταίος, σ’ ένα σημείωμά του με τίτλο «όταν ψυχοραγούσε η Σάντα» γράφει: «Επί τρεις ημέρες οι στρατιωτικές δυνάμεις δεν έκαναν καμιά ενέργεια που θα φανέρωνε τις προθέσεις τους και μόνο στις 9 Σεπτεμβρίου εξόρμησαν αιφνιδιαστικά το πρωί και στα υπόλοιπα χωριά και αφού συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, χωρίς να τους αφήσουν να πάρουν τίποτα από τα σπίτια τους, τους οδήγησαν στου Πιστοφάντων (ένα από τα εφτά χωριά)».

«Την εκκένωση κάθε χωριού, συνεχίζει ο Ευρ. Χειμωνίδης, ακολουθούσε όργιο αρπαγής και λεηλασίας. Άνδρες και γυναίκες από τα γύρω τουρκικά χωριά, ειδοποιημένοι για την εκτόπιση των Σανταίων, ορμούσαν κατά ομάδες στα σπίτια μόλις έβγαιναν οι στρατιώτες με τους απαγομένους ενοίκους και αποδίδονταν σε λεηλασία. Αλλά δεν ήταν μόνο η λεηλασία, ήταν και οι κακοποιήσεις και οι ξυλοδαρμοί των δύστυχων κατοίκων της Σάντας, μιας περιοχής που παρά το άγονο του εδάφους της ανέπτυξε τα γράμματα και δημιούργησε πολλούς πνευματικούς ανθρώπους».

Όταν πια είχαν συγκεντρώσει τα γυναικόπαιδα της Σάντας στο συνοικισμό Πιστοφάντων, άρχισαν οι στρατιωτικές δυνάμεις μαζί με τους τσετέδες να κινούνται εναντίον των ανταρτών που είχαν οχυρωθεί στα απρόσιτα σημεία της οροσειράς που καλύπτει την περιοχή της Σάντας.

Η φοβερή επίθεση άρχισε τη μέρα και συνεχίστηκε τη νύχτα της 10ης προς την 11η Σεπτεμβρίου 1921, για να αιφνιδιαστούν οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα που τους ακολουθούσαν (κατά τις ώρες της σύλληψης των κατοίκων για εκτοπισμό, διέφυγαν 400 γυναικόπαιδα και νέοι προς τα απρόσιτα λημέρια των ανταρτών).

Ο Κώστας Κουρτίδης – αδελφός του Καπετάν Ευκλείδη – ένας από τους γενναίους οπλαρχηγούς της Σάντας, γράφει στο ημερολόγιό του:

«Η νύχτα αυτή ήταν η πιο τρομακτική νύχτα που έζησα στη ζωή μου. Κάνοντας πρόχειρα προχώματα παραταχτήκαμε για μάχη. Γυναίκες και παιδιά (τριακόσιοι περίπου) μαζεύτηκαν λίγο πιο πάνω μέσα σε μια σπηλιά, τους οποίους φυλούσαν περίπου εκατόν είκοσι νέοι άοπλοι.

Επί εννιά ώρες αγωνιζόμασταν ενάντια στον τουρκικό στρατό, που μας περικύκλωσε από παντού, εκτός από μια δίοδο προς το δάσος Βαϊβάτερε, για να έχουμε διέξοδο την τελευταία στιγμή».

Τα μεσάνυχτα σταμάτησε το πανδαιμόνιο των πυροβολισμών και οι αντάρτες και τα γυναικόπαιδα αποσύρθηκαν στη θέση Μερτζάν Λιθάρ. Τότε έπρεπε, πριν ξημερώσει, να βρεθεί μια λύση: ν’ απομακρύνονταν εντελώς αθόρυβα από εκείνη τη θέση, γιατί αλλιώς θα γινόταν ο τάφος μικρών και μεγάλων, ενόπλων και αμάχων. Εκείνες τις τραγικές ώρες, μοιραίες, απελπισμένες μάνες αναγκάστηκαν να θανατώσουν βρέφη και μικρά παιδιά που έκλαιγαν, για να μην προδώσουν τις θέσεις τους.

Όταν ξημέρωσε και οι Τούρκοι ξεκίνησαν την επιχείρηση εναντίον των ανταρτών, αντίκρισαν επτά βρέφη σφαγμένα! Τότε ο ίδιος ο μέραρχος επικεφαλής έδωσε διαταγή στον τουρκικό στρατό να γυρίσει πίσω στη Σάντα λέγοντας: άνθρωποι που σκότωσαν τα παιδιά τους είναι αδύνατον να πιαστούν και άρα είναι περιττό να μείνουμε άλλο εδώ. Τελικά η κατάσταση με τα γυναικόπαιδα αποσυμφορήθηκε βαθμιαία. Σε κάθε ευκαιρία οι οικογένειες μόνες τους πλέον διέρρεαν προς την Τραπεζούντα και τα χωριά της Γουμουράς. Οι αήττητοι κάτοικοι της Σάντας, σε δυο αποστολές, η μια στις 11 και η άλλη στις 12 Σεπτεμβρίου 1921, θα πάρουν το σκληρό δρόμο της εξορίας και του θανάτου προς το Ερζερούμ και το Χούνουζ. Και ενώ οι δυο τραγικές αποστολές των εκτοπιζομένων της Σάντας προχωρούσαν προς τους τόπους του αφανισμού τους, οι αντάρτες συνέχιζαν να ζουν αμυνόμενοι πάνω στα βουνά της Σάντας.

Ο Ευρ. Χειμωνίδης που ήταν μαζί με μια ομάδα εξορίστων γράφει: «Από τις 370 ψυχές που φθάσαμε στο Χούνουζ στις 13 Οκτωβρίου 1921, γυρίσαμε τον Ιανουάριο του 1923 λιγότερες από 200 ψυχές»

«Όταν ξεκινούσαμε, συνεχίζει ο Ευρ. Χειμωνίδης, για την περιπέτεια της δεύτερης προσφυγιάς, μετά τη συμφωνία της Ανταλλαγής, όσοι βρισκόμασταν στο Χούνουζ, γονατίσαμε ευλαβικά στα χιονισμένα τους μνήματα και τους αφιερώσαμε σιωπηλοί τις σκέψεις μας για λίγες στιγμές…».

Παρακάτω παραθέτω απόσπασμα από το βιβλίο του Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)  ¨ιστορία και λαογραφία της Σαντάς , Θεσσαλονίκη 1967-1970¨. Απόσπασμα της δραματικής στιγμής του αντάρτικου της Σαντάς, στη μάχη της Μαγάρας (σπηλιά).

Τη νύχτα πολλές γυναίκες ενώθηκαν με τους αντάρτες, που κατέβηκαν αμέσως στην Υπαπαντή και στου Κοπαλάντων για να πάρουν μαζί τους τα γυναικόπαιδα και να γλυτώσουν από την εξορία. Τους πήραν μαζί τους όλους , περίπου τριακόσιους και τα ζώα τους , και πρωί – πρωί έφθασαν στο Χαρατζάντων . Πριν όμως προφθάσουν να κρυφτούν στο δάσος , δέχτηκαν την επίθεση τσετέδων και στρατιωτών και τον μεν πληθυσμό είπαν να βαδίσει προς τη Μάγαραν (μεγάλο σπήλαιο) , αυτοί δε έπιασαν γραμμή , αντεπυροβόλησαν και οπισθοχωρώντας σιγά σιγά έφθασαν και αυτοί μπροστά στη Μάγαρα . Έκαμαν πρόχειρα προχώματα για την άμυνα . Είχαν αντίκρυ τους εξακόσιους τσετέδες του Κάλφα και του αδελφού του , τακτικό στρατό από τρία συντάγματα με τρία κανόνια και 13 μυδραλιοβόλα , πίσω δε από τη Μάγαρα 600 καβαλάρηδες.

Ήσαν κυκλωμένοι από παντού . Μόνο μια δίοδος υπήρχε στη θέση Μερτζάν λιθάρ που τη φύλαγαν τρεις αντάρτες , για να φύγουν από εκεί εν εσχάτη ανάγκη προς το δάσος Βαϊβάτερε.

Έπαιζε η σάλπιγγα και οι Τούρκοι έκαναν επίθεση κατά κύματα , τα κανόνια βογκούσαν , τα μυδράλια σε εξενεύριζαν με το διαπεραστικό κρότο τους , χιλιάδες σφαίρες έπεφταν γύρω σου από απόσταση πενήντα μέτρων , διότι τόση απόσταση χώριζε τα δύο μέρη. Κόλαση αληθινή. Ευτυχώς αναμεταξύ στα δύο μέρη ήσαν δέντρα και θάμνοι που ήσαν εμπόδιο σοβαρό στους επιτιθέμενους.

Οι αντάρτες κατέβαλλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να αποκρούσουν τις ατελείωτες επιθέσεις , χωρίς όμως να έχουν την ελάχιστη ελπίδα ότι θα γλυτώσουν τελικά . Σε μια στιγμή της μάχης οι αντάρτες απελπίσθηκαν . Ο Ι. Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τη θέση του και πήγε κοντά στα γυναικόπαιδα που καταλάβαιναν τον έσχατο κίνδυνο, έκλαιγαν και σταυροκοπιούνταν . Μπορούσε όμως να μείνει εκεί ; γυρνά πίσω οπότε βλέπει μερικούς Τούρκους να καταβαίνουν από τα νώτα μαζί με τα ζώα . Ειδοποιεί τον Ευκλείδη . Αυτός συνιστά στους αντάρτες να κρατήσουν τις θέσεις τους , ο ίδιος δε με δύο άλλους τρέχει προς τους Τούρκους , τους βλέπει από μακριά και ρωτά ποιοι είναι  – άνθρωποι του Κάλφα απάντησαν- . Ελάτε γρήγορα τους ξαναείπε. Πόλις όμως οι Τούρκοι έκαμαν μερικά βήματα κατάλαβαν πως αντίκρυ τους είχαν αντάρτες και θέλησαν να πυροβολήσουν. Αλλά δεν πρόφτασαν , διότι δύο σκοτώθηκαν , ένας παραδόθηκε και δυο τραυματισμένοι έφυγαν. Γυρίζουν στη θέση τους . Βρίσκουν το γέρο Τσιρίπ σκοτωμένο διότι οι Τούρκοι κατά την απουσία τους βρήκαν την ευκαιρία , πλησίασαν και τον σκότωσαν.

Η μάχη εξακολούθησε ως τη νύχτα . Τότε οι αντάρτες αποφάσισαν να φύγουν επωφελούμενοι από το σκοτάδι , αλλά τρεις από τους συντρόφους τους ήταν πολύ κοντά στους Τούρκους και ήταν αδύνατο να οπισθοχωρήσουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί και να κυνηγηθούν . Τους έριξαν χειροβομβίδες , εκείνοι τις πέταξαν προς τους Τούρκους και οπισθοχώρησαν. Πήραν τα γυναικόπαιδα και ανέβηκαν ση Μερτζάν το λιθάρ , όπου έμειναν ως τις 3:00 μετά τα μεσάνυχτα.

Ο στρατός κατασκήνωσε επί τόπου για να συνεχίσει την μάχη την επομένη.Οι αντάρτες συσκέφθηκαν και απεφάσισαν τα μεν γυναικόπαιδα να τα στείλουν για να κρυφτούν στη Βαϊβάτιαρια όπου το δάσος ήταν πυκνό και απάτητο από ανθρώπινο ποδάρι. Επειδή όμως είχαν και βρέφη και νήπια που με τις φωνές τους μπορούσαν να τους προδώσουν , γι αυτό τα έσφαξαν και τα τοποθέτησαν πλάγι στο δρόμο. Οι δε αντάρτες για να ξεγελάσουν το στρατό και να τους ακολουθήσει αυτούς και όχι τα γυναικόπαιδα , αφήκαν ίχνη καταφανή επάνω στο δρόμο, ανέβηκαν στο Ουζούν – σούρτι και κρύφθηκαν στο δάσος της Πογιαχανάς . Προς τα ξημερώματα οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεση, απάντηση καμία. Προχώρησαν προς τη σπηλιά αλλά τη βρήκαν αδειανή, ακολούθησαν τα ίχνη και βρήκαν τα επτά νήπια σφαγμένα . Ειδοποίησαν το μέραρχο ο οποίος όταν ήρθε και τα είδε διέταξε το στρατό να αποσυρθεί στη Σαντά λέγοντας  ¨είναι αδύνατο να κυνηγηθούν άνθρωποι που σφάζουν τα παιδιά τους¨. Αλλά ούτε και στη Σαντά έκατσε , φεύγοντας αφήκε 150 καβαλλάρηδες για να λεηλατήσουν ό,τι έμεινε , να κάψουν τα σπίτια και ύστερα να φύγουν και αυτοί.

Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 12 Τούρκοι και τραυματίσθηκαν πολλοί από δε τους αντάρτες σκοτώθηκε ο Τσιρίπς .

Ύστερα από μερικές μέρες οι αντάρτες πλησίασαν στη Σαντά για να δουν τι έγινε . Από το Κωφολείβαδον έβλεπαν τα σπίτια να καπνίζουν , το δε καπνό σαν ομίχλη να σκεπάζει τα γύρω βουνά , και Τούρκους να περιφέρονται εδώ και κει , λεηλατώντας ότι είχε μείνει. Για να τρομοκρατηθούν οι Τούρκοι και να μη πατήσουν στη Σαντά , διότι υπήρχε κίνδυνος να βγάλουν τις πατάτες και τα λάχανα με τα οποία έλπιζαν να τρέφονται κατά το χειμώνα, οι αντάρτες έστησαν ενέδρα κοντά στο γεφύρι των Ζουρνατσάντων. Από το μέρος της Κολόσιας (τούρκικο χωριό στα ανατολικά της Σαντάς) και των Φτελενιών ήρθαν πολλοί για λεηλασία , αλλά είδαν τους αντάρτες και έφυγαν πίσω φωνάζοντας . Οι αντάρτες πυροβόλησαν και τους σκότωσαν σχεδόν όλους , 32 Τούρκους. Τα γυναικόπαιδα που είχαν μαζί τους οι αντάρτες έστειλαν άλλα στα Λιβερά και άλλα στη Γαλλίενα , για να κατεβούν από κει στην Τραπεζούντα. Μερικές άλλες γυναίκες σκορπισμένες στα δάση υπόφεραν πολύ ωσότου συναντήθηκαν μες τους αντάρτες και τις έστειλαν στη Γέμουρα.

Μετά την καταστροφή της Σαντάς είχε ελαττωθεί η πίστη των ανταρτών στον αγώνα τους , που δεν είχε πλέον νόημα και αυτό οδήγησε στη χαλάρωση της συνοχής τους , εκτός του ότι είχαν και προσωπικές διαφορές ανάμεσά τους. Για το λόγο αυτό αλλά και για να δώσουν μικρότερο στόχο χώρισαν σε ομάδες.

 Από τη μεγάλη ομάδα (63 αντάρτες) του Κώστα Τσιλιγκιαρίδη (Ατέσογλου) οι σαράντα αποφάσισαν να φύγουν στη Ρωσία, αλλά στο Ισπίρ προδόθηκαν. Πιάστηκαν έξι , αναμεταξύ τους ήταν και ο ίδιος ο αρχηγός τους και στο Παϊπούρτ κρεμάσθηκαν. Η ομάδα του Ευκλείδη αποφάσισε να φύγει με μοτόρ στο Βατούμ, αλλά προδόθηκε και αυτή και στην Κάτρα έχασε δύο που μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Τραπεζούντας όπου δολοφονήθηκαν. 

Οι άλλοι, ως την Ανταλλαγή, καταδιώκοντας και καταδιωκόμενοι τρέχουν από τη Σαντά στη Ματζούκα και Κρώμνη και Ούζη και πάλι στη Σαντά για να χάσει ο στρατός τα ίχνη τους

Το Δεκέμβριο του 1922 είχε αναγγελθεί η ανταλλαγή και οι αντάρτες χωρισμένοι σε δύο ομάδες από την Ούζη κατέβηκαν νύχτα στην Τραπεζούντα όπου και κρύφθηκαν, αλλά ύστερα από λίγο ανακαλύφθηκαν και μεταφέρθηκαν στις φυλακές , εκεί οι Τούρκοι και μάλιστα ο Κάλφας , έκαμαν σχέδια να τους δολοφονήσουν.

Ο Ελβετός όμως πρόεδρος της Ανταλλαγής , με παρακίνηση του Λ. Λαμπριανίδη , που ήταν μέλος της επιτροπής Ανταλλαγής , έκαμε το βαλή υπεύθυνο προσωπικώς για την τύχη των κρατουμένων. Αλλά και κατά την ημέρα κατά την οποία επρόκειτο να επιβιβαστούν στο πλοίο , η προκυμαία γέμισε από ένοπλους για να δολοφονήσουν τους αντάρτες , έγινε ανάγκη πάλι να επέμβει ο Ελβετός για να απομακρυνθούν οι Τούρκοι και έτσι κατέφυγαν στην Ελλάδα (Σ. Αθανασιάδης, Ιστορία και Λαογραφία Σαντάς).

Οι Σανταίοι αντάρτες είναι οι τελευταίοι Έλληνες που αποχώρησαν από την πατρίδα το 1924,  όταν όλοι οι άλλοι πόντιοι είχαν ήδη εγκατασταθεί στην Ελλάδα σχεδόν δύο χρόνια πριν!

Η ηρωική Σάντα είχε σβήσει πια. Είχε καταστραφεί η ελληνική κυψέλη εργασίας και ανάδειξης πνευματικών και γενναίων ανθρώπων.  

Πηγή:       http://www.elverias.gr

http://www.santatsormik.gr