Παραθετικά επίθετα και επιρρήματα

Παραθετικά επίθετα και επιρρήματα

          Τα συγκριτικά σχηματίζονται με τις φράσεις άλλο κι άλλο, περ’σσός, παραπάν και το θετικό: Εχτουπανίουτον κι άλλο πολλά. Έρθεν είνας άρκος κι άλλο τρανός και κι’ άλλο άγρες. Ατός απ’ εμέν περ’σσόν αχούλ έ≤. Ίσως να έν’ άλλο δυνατόν τ®αναβάρ.

          Κάποτε όμως λείπει το κι άλλο: Εάν το δικό σου ένι ας σο δικό μου καλό. Ας εμέν τρανός εν’. Εμέν ´ς εσέν που έστειλεν, απ’ εσέν παλληκάρ’ έν’. Εγώ αβούτο καλόν αναφοράν να γράφω œ εξέρω.

Σημείωση:

α) Υπάρχουν και ολίγα συγκριτικά μονολεκτικά: καλλίον, πλέον, πλέτερον, ανέτερον, καθήτερον (κατώτερον), μειζότερος, τρανήτερος, ≤είρ και ≤ειρότερος: Εστείλ’ να και ´ς σ’ οσπίτν ατ’ πλέα και πλέτερα. Οι χωρέτ’ πα έχηναν καλλίον πη καλλίον.

β) Αν πρόκειτε να δηλωθεί κάποια ιδιότητα σε κατώτερο βαθμό, τότε χρησιμοποιείται “κι’ άλλο ολίγον”. Το έναν το λιμνίν ας σ’ άλλο κι άλλο ολίγον μικρόν εν’. Του βραδί κι’ άλλο ολίγα χορτάρâ δός τα ζά.

Όροι της σύγκρισης

Εκείνο από το οποίο ξεκινά κανείς κάνοντας μια σύγκριση, λέγεται πρώτος όρος της σύγκρισης,  κι εκείνο  με το οποίο γίνεται η σύγκριση, λέγεται  δεύτερος όρος: Ατός ας εσέν περ’σσόν αχούλ έ≤.  Ατός  είναι ο  πρώτος  και εσύ ο δεύτερος όρος.

Σύγκριση γίνεται και ανάμεσα σε δύο ιδιότητες του ίδιου προσώπου ή πράγματος: Καλλίον να είσαι τίμιος και εφτωχός, παρά πλούσιος και άτιμος.

Σαν πρώτος όρος μπορεί να είναι όχι μόνο το υποκείμενο, αλλά και κάθε άλλος όρος της πρότασης. Ο δεύτερος όρος είναι ομοειδής με τον πρώτο, δηλ. αν ο δεύτερος όρος είναι ουσιαστικό, και ο πρώτος θα είναι ουσιαστικό. Αν είναι επίθετο, και ο πρώτος θα είναι επίθετο: Εμείς άξιοι και δυνατοί κι ας’ σον Κωνσταντίνον καλλίον.

Ο δεύτερος όρος εκφέρεται με τις προθέσεις από, ας και παρά: Απ’ εμέν παραπάν’ τρώει. Ατός ας εμέν περ’σσόν αχούλ έ≤. Καλλίον να επέθανα εγώ παρά το παιδί μ’. Αν ο δεύτερος όρος δεν είναι ουσιαστικό αλλά άλλη λέξη ή φράση, εκφέρεται με την πρόθεση παρά, και σπανιώτερα με την από ή ας: Καλλίον να παίρτς ξένον παιδίν, παρά να στέκ’ς χωρίς παιδίν, Εκείνο ντο είπαμ’ ατον, ας σου ενεμέναμε καλλίον εποίκεν ατο. Απ’ εμέν παραπάν’ τρώει.

Πολλές φορές ο δεύτερος όρος παραλείπεται, όταν εννοήται εύκολα: Έλα κι άλλο σιμά (απ’ ατουκά). ´Σ σην ηληκίαν εδέβεν τα δώδεκα, άμα κι’ άλλο μικρός εραίν’ τον (Ας σον δώδεκα χρονών). Η ξενιτία κι ο θάνατον τα δύο έναν είναι, εζύγιασα κ’ ετέρεσα η ξενιτία βαρύν εν’ (ας σον θάνατον).

Άλλες φορές αντί να μπεί το όνομα, μπαίνει προσδιορισμός που φανερώνει τον κτήτορα: Η Μαρία φορεί καλλίον λώματα ας σην Ελένην (Ας σα λώματα τ’ Ελένες).

Κάποτε με το καλλίον χρησιμοποιείται και το κι’ άλλο: Την κάλη μ’ να δίγω, κι άλλο καλλίον ευρήκω: Πρέπ’ να χτίζωμε το παρακλήσ’ ν ατ’ κι άλλο καλλίον. Εγώ εθαρρώ θα ζούμε κι άλλο καλλίον.

Υπερθετικό

Εκφράζεται:

1) Περιφραστικά με το επίρρημα πολλά ή τ®ίπ πολλά και το θετικό: Τ®ίπ καλά έπαθες. Τ®ίπ ολίγον σεράντα ημέρας ´ς σο κρεβάττιν θα κείται.  Η τ®ίπ μικρή κόρη μου είπε μ’ ατο. ´Σ σην τρίτην φοράν ε’ έντονε τ®ίπ καλά.

2) Με επανάληψη του θετικού: Μακρύς, μακρύς καλόερος και ´ς ση κοσσάρας τον κόλον ´κ εφτάν’. Ούλ’ βαθέα, βαθέα ενούντζαν. Επλέρωσεν α ακριβά, ακριβά και επέρεν α. Είδεν έναν όμορφον, όμοεφον παλληκάρ’. Η κουτσή έμορφος, έμορφος τον ήλôν έλεεν. Ήρτε σ’ ένα ποτάμι μεγάλο, μεγάλο. Ο δράκον εγέντον κομμάτâ, κομμάτâ.

3) Με το θετικό και τη γενική του πληθυντικού του ίδιου θετικού ή άλλου με παραπλήσια σημασία: Άδικα των αδίκων. Απάν’ των απανίων. Άλλε των αλλίων. Χαμένος τη χαμάτ’. Μον’ και μαναχός. Χαμένος τοι χαμενίων. Λογιών των λογίων.

4) Με το θετικό και το επίθετο όλος: Ας όλων το μικρόν. Ας όλων ο καλόν ο γαμπρόν κλερθένεν παραστάρ’ (εν). Ας σ’ ούλων το καλόν το παιδίν κι ας σ’ ούλων ο κακόν άντρας. Και συντιθέμενο: Ολοφάνερος, ολοκαίνουργος, ολόξενος, ολόμαυρος ή ολήμαυρος, ολοκκόκινος κ.α.

5) Με τη λέξη Θεός και τα αριθμητικά τρία, εφτά, τράντα, ≤ίλâ: Θεοξύριστος, τρισέλλενος, εφτάψυχος, τραντέλλενος, ≤ιλέμορφος κ.τ.λ.

6) Υπερθετικά σχηματίζονται και κατά ένα κανόνα της περσικής γραμματικής, που πήραμε από τους Τούρκους. Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό προστίθεται στο θετικό η πρώτη συλλαβή του με ένα από τα γράμματα λ, μ, ν, ρ, π, και σ. Το υπερθετικό αυτό έχει δύο τόνους. Ένα στη συλλαβή που προστίθεται και άλλο στο θετικό: Ινσούζ, έρημος, ίπ. Ινσούζ, παντέρημος. Σιάχ μαύρος, σιλ σιάχ ή σίμ σιάχ ολόμαυρος. Τιζ ομαλός, τιμ τιζ ομαλότατος. Μύροι, άπειροι, μύρ μύροι περισσότεροι και από τους άπειρους. Πελλίν, γνωστός, πεσ πελλίν πασίγνωστο, ολοφάνερο. Γε®ίλ πράσινος, γέμ γε®ίλ ολοπράσινος. Περι®άν άθλιος, πεν περι®άν τρισάθλιος.

7) Υπερθετικά σχηματίζονται και με την επανάληψη του θετικού και με κάποια προσθαφαίρεση στην πρώτη συλλαβή του:

Έζησαν άχαρα μάχαρα ή άχαρα μούχαρα (με πολλά βάσανα). Αλάχ μαλάχ έφυγαν (βιαστικά και ακατάστατα). Άλαθρα μάλαθρα (της Οινόης, στα κουτουρού). Άλαρα πάλαρα (της Οινόης, Πολύ παράκαιρα). Τέντελ μέντελ πορπατεί (τρικλίζοντας πολύ). Τάγξ μάγξ εποίκεν ατς (τους διέλυσε τελείως). Άρμα πήρμα (πολύ στολισμένος ή οπλισμένος). Αλάν τουλάν εγέντον (έπαθε δυνατούς σπασμούς). Άχνα πούχνα (πολύ λεπτό άλευρο ή σκόνη). Μάρτης Μούρτης ( κακός Μάρτης). Αράνâ  και ουράνâ (πολύ μεγάλη ανωμαλία του εδάφους) κ.α.

8) Υπερθετικά σχηματίζονται και με παρομοίωση: Άσπρον άμον γάλαν. Γλυκύν άμον μέλ’. Αλλά συνήθως χωρίς το άμον: Άσπρον ≤öν. Άψιμον βρούλαν. Αψύν δαδίν. Κρύον παγούρ’. Μαύρον πίσσαν. Κατενόν δäκρεν. Κόκκινον τσιλίδ. Φέγγος ημέρα κ.α. παλλά.

9) Αλλά και με την προσθήκη στο τέλος του θετικού της λέξης χαμένος στα επίθετα που φανερώνουν ψυχικό ή σωματικό πάθος π.χ. άρρωστος, χαμένος, γλωσσού χαμέντζα, οκνäρκον χαμένον  κ.α.

10) Στα δημοτικά τραγούδια και στο Ακριτικό έπος ο απόλυτος υπερθετικός βαθμός εκφέρεται με το παλλά και το θετικό. Ο τόπος εν’ παλλά δύσκολος και στενός. Και ήταν πολύ έμορφη.

Ο Δ. Οικονομίδης υποστηρίζει και πολύ ορθώς ότι η απλή γενική όλων και το θετικό, εκφράζει σχετικό, ενώ η εμπρόθετη με το ας ή αστ, εκφράζει απόλυτο υπερθετικό. Όλων ο μικρόν (σχετικό). Ας όλτς τ’ αθρώπ’ς κι’ άλλο παλλά γνωστικός έτον (απόλυτο). Ατό ας όλα μέγα ήτονε.

Πηγή: Το συντακτικό της Ποντιακής Διαλέκτου του Στάθη Αθανασιάδη