Γενικά για τους ποντιακούς χορούς

Γενικά για τους ποντιακούς χορούς

Γράφτηκε από τον Νίκο Ζουρνατζίδη.

Οκτώ αιώνες πριν από τον Χριστό, οι Μιλήσιοι ίδρυσαν στον Άξενο Πόντο τη Σινώπη πρώτα και ύστερα τα Κοτύωρα, την Κερασούντα, την Τραπεζούντα, τη Φάση, την Οδησσό, την Αμάσεια, συνολικά 75 πόλεις. Η πρώτη επαφή με τον Πόντο γίνεται από την μυθολογία με τον θρύλο του Φρίξου και της Έλλης, με την Αργοναυτική Εκστρατεία και το χρυσόμαλλο δέρας, που κατά την μυθολογία βρισκόταν στην Κολχίδα, ανατολικά της Τραπεζούντας. Εκεί οι μακρινοί πρόγονοί μας ρίζωσαν και έσπειραν καρπό. Εκεί οι αιώνες πέρασαν μα οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να λένε τον ήλιο ήλιο, τη θάλασσα θάλασσα, και την αγάπη αγάπη. Και ο Άξενος Πόντος έγινε Εύξεινος. Και φιλοξένησε έμπορους, ναυτικούς, στρατιώτες και στρατηγούς απ’ τη μητέρα πατρίδα.

Στα 401 π.Χ. οι Μύριοι του Ξενοφώντα, ηττημένοι νικητές στη μάχη που έγινε στα Κούναξα της Βαβυλωνίας όπου πήγαν να υποστηρίξουν τον Κύρο το Νεώτερο ενάντια στον αδελφό του Αρταξέρξη, πήραν το δρόμο της επιστροφής ανάμεσα από αλλόφυλους και εχθρούς. Ύστερα από πολύμηνη και πολύπαθη πορεία έφτασαν στην ενδοχώρα του Πόντου και από την κορυφή του όρους Θήχης αναφώνησαν το ιστορικό «θάλαττα, θάλαττα». Στα χωριά της κοιλάδας του Πρύτανη ποταμού, τα χωριά της αλησμόνητης Ματσούκας όπου φυτρώνει η «αζαλέα η ποντική», οι Μύριοι έφαγαν και ήπιαν και έχασαν τα λογικά τους από το μεθυστικό μέλι, το «μαινόμενον» όπως έλεγε ο πόντιος ιστορικός της αρχαιότητας Στράβωνας, το «παλαλόν το μέλ» όπως έλεγαν οι γονείς μας.

Στη στενή λωρίδα γης στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας οι πρόγονοί μας έζησαν ειρηνικά, χωρίς ποτέ να κάνουν ούτε έναν κατακτητικό πόλεμο, ώσπου η ιστορία έχασε τη ντροπή της. Και τότε μπήκαν στα καράβια σαν ανταλλάξιμη ύλη και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. Άφησαν το μυρωμένο σώμα του Πόντου στην αγκαλιά της Μαύρης Θάλασσας και πήραν μαζί τους το πνεύμα του, τον πολιτισμό του, την παράδοσή του. Και έφτασαν στην Μητέρα Πατρίδα. Φτωχοί τόσο που πιο πολύ δεν παίρνει.

Κάθε Κυριακή, ξεχνώντας το μόχθο και τα δάκρυα της εβδομάδας, έβαζαν τις φορεσιές της Πατρίδας και πιάνονταν στο χορό. Η λύρα άναβε φωτιές και τα τραγούδια έδιναν και έπαιρναν. Τραγούδια για τον ξεριζωμό, για την αγάπη, το θάνατο, τη ζωή. Και χόρευαν ώσπου τα χνάρια τους γίνονταν αυλάκια βαθιά μέσα στη λάσπη. Πολλοί είπαν πως ήταν ένας τρόπος φυγής από την πραγματικότητα. Μα εκείνοι άνοιγαν αυλάκι βαθύ με το χορό τους για να ριζώσει, να ανθίσει και να καρπίσει το δένδρο της Ρωμανίας επαληθεύοντας την προγονική τους ρήση: « Η Ρωμανία κι αν πέρασεν ανθεί και φέρει κι άλλο ». Για μάς τους Πόντιους ο χορός δεν είναι μόνο τρόπος έκφρασης αλλά και τρόπος ζωής. Γι’ αυτό δεν λείπει από καμία εκδήλωση της ζωής μας.

Τα λόγια χωρίζουν, ο χορός ενώνει. Ενώνει τα χέρια, ενώνει τις ανάσες, ενώνει τους καημούς και τα όνειρα και εκφράζει την ενότητα και την υπεροχή της ομάδας, γι’ αυτό αποκαλύπτει το μεγαλείο ή τις αδυναμίες ενός πολιτισμού. Στην Κίνα του 6ου αιώνα, ο σοφός Κομφούκιος έλεγε: « Δείξτε μου πώς χορεύει ένας λαός και θα σας πω αν ο πολιτισμός του είναι άρρωστος ή υγιής » (Ροζέ Γκαρωντύ: Ο χορός στη ζωή. Αθήνα, Ηριδανός). Οι πρόγονοί μας δημιούργησαν κυκλικούς χορούς, ύψιστο δείγμα δημοκρατίας, δικαιοσύνης και ίσης συμμετοχής, αφού ο πρώτος χορεύει πιάνοντας τον τελευταίο, αφού ο κάθε χορευτής βλέπει όλους και τον βλέπουν όλοι. Τα όργανα στο κέντρο ισαπέχουν από όλους. Υπακούοντας στο γενικό ρυθμό, ο καθένας με τον τρόπο, με το ύφος και το συναίσθημα που τον κατέχει, διατηρεί την ατομικότητα, την ιδιαιτερότητά του. Χορεύουν μικροί και μεγάλοι, πεπειραμένοι και αρχάριοι, έτσι που ο χορός έχει την ποικιλία και τη δυναμική τού « γίγνεσθαι της ζωής ».

Στις εποχές τις παλιές, όταν τα νιάτα ήταν αδύνατο να επικοινωνήσουν αλλιώς, στο χορό εύρισκαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν με ματιές κρυφά μηνύματα αγάπης και τραγουδούσαν: Εντρέπουμε να λέω σε, κορτσόπον αγαπώ σε πασκίμ ντο κ’ εγροικάσα το όντες πυκνοτερώ σε. Και ήταν ωραιότερος εκείνος ο χορός, όπου το ζευγάρι των νέων από σύμπτωση ή και σκόπιμα χόρευαν δίπλα-δίπλα σφίγγοντας τα χέρια. Ορισμένοι είπαν με πικρία πως από την λαϊκή μας παράδοση απόμειναν μόνον οι χοροί. Και λησμονούν πως ο χορός και το τραγούδι ήταν πάντα και θα μένουν οι κυριότερες συνιστώσες της λαϊκής παράδοσης. Γιατί ” ο χορός άνθισε πριν ανθίσει ο άνθρωπος : στα έντομα, στα πουλιά, στα ζώα κάθε είδους ” (Ροζέ Γκαρωντύ). Κι ακόμα γιατί ο χορός, όπως λέει ο Μωρίς Μπεζάρ, ” είναι από τις σπάνιες δραστηριότητες όπου ο άνθρωπος δίνεται ολόκληρος: σώμα, καρδιά, πνεύμα “. Επί πλέον, στην εποχή μας όπου η ειδίκευση αγγίζει τα όρια του παραλογισμού, έχουμε εκχωρήσει την ατομική μας εμπειρία στους ειδικούς. Ειδικοί μιλούν για μας, χορεύουν για μας κι ακόμη διαλέγουν για μας πριν από μας τι θα δούμε και τι θα ακούσουμε” (Γιάννης Ταϊγανίδης). Σ΄αυτόν λοιπόν τον κόσμο της απόλυτης ετερονομίας απόμεινε τελευταίο δείγμα συμμετοχικής δημιουργικής διαδικασίας ο ομαδικός λαϊκός χορός.

Ο χορός είναι τρόπος βίωσης της ιδεολογίας και παράδοσης ενός λαού.Ετσι και στον Πόντο, όλες οι συνήθειες, τα ήθη, τα έθιμα, όλοι οι τρόποι λατρείας και ιεροτελεστίας των μελών της ποντιακής κοινωνίας βιώνουν μέσα από τους χορούς. Μ’ αυτόν τον τρόπο κρατούσαν την απόσταση από τον τούρκο δυνάστη – απόσταση κοινωνική και πολιτιστική. Ταυτόχρονα εξασφάλιζαν την κοινωνική επαφή μεταξύ τους,απαραίτητη για να συνεχιστεί η αλληλοεπίδραση και αλληλοπροσανατολισμός.

Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι ο χορός αποτελεί μια μορφή επικοινωνίας που διαφέρει από τις άλλες, γιατί το συναίσθημα, η δημιουργία κοινών τάσεων και η κοινωνική αλληλεγγύη μεταδίδονται με συμβολικές κινήσεις του κορμιού, των ποδιών, των χεριών, στοιχεία άγνωστα για τους αμύητους και για όσους δεν ανήκουν στην ίδια κοινωνική ομάδα. Αν παρατηρήσουμε τους ποντιακούς χορούς μπορούμε να δούμε να αποκρυσταλλώνεται η δομή της ποντιακής κοινωνίας από την άποψη της κατανομής των κοινωνικών ρόλων. Οι ρόλοι των ανδρών είναι κυρίαρχοι, σε σχέση με των γυναικών που είναι κυριαρχούμενοι. Ο σεβασμός των νέων προς τους μεγαλύτερους φαίνεται μέσα από τους κοδεσπενιακούς χορούς, Διπάτ, Τίκ, Αργό Ομάλ. Τους ονόμαζαν έτσι γιατί χορεύονταν ως επί το πλείστον από μεγάλους άνδρες και οικοδέσποινες.

Η ποντιακή κοινωνία, κατά το μεγαλύτερο μέρος αγροτική, έδινε μέσα από τους χορούς τις εικόνες της αγροτικής ζωής. Η θεά της γονιμότητας, η γη που δίνει τους καρπούς της, δοξάζεται στους ειρηνικούς χορούς Τρυγόνα, Σαρίκουζ κλπ. Οι θρησκευτικοί τελετουργικοί χοροί φανερώνουν την πίστη των Ποντίων στο έθιμο και το σεβασμό στις αξίες εκείνες που αναπαρήγαγαν τους θεσμούς της δικής τους κοινωνίας, όπως το Θύμιγμαν, το Κοτσαγγέλ και όλοι οι χοροί του γάμου.

Το ανεξάρτητο της σκέψης, το ελεύθερο της ψυχής τους λάμπει μέσα από το χορό Σέρρα. Οι χοροί αυτοί που η αρχή τους χάνεται μέσα στο θρύλο δέχτηκαν την επίδραση γειτονικών και γηγενών φυλών που ζούσαν στον Πόντο πριν από τον εποικισμό των Μηλισίων, όπως οι Χάλυβες, οι Δρίλλες, οι Σάννοι, οι Μόσχοι, οι Μάκρονες, οι Λαζοί.

Θα ήθελα να σταθώ για λίγο στους Λαζούς, μια φυλή που ζούσε στη χώρα της Κολχίδας, ανατολικά της Τραπεζούντας και που δεν έχει σχέση με τους Έλληνες. Κατά τον Ηρόδοτο και τον Διόδωρο τον Σικελιώτη οι Λαζοί αποτελούσαν υπολείμματα της στρατιάς του αιγύπτιου βασιλιά Σέσωστρη που στα βάθη της ιστορίας προήλασε στον Πόντο. Πολλοί από αυτούς τους λαούς εξελληνίστηκαν ενώ άλλοι στην περίοδο της Ρωμαιοκρατίας και του Βυζαντίου πρώτα εκχριστιανίσθηκαν και κατόπιν εξελληνίστηκαν και αποτέλεσαν τον πληθυσμό του Πόντου.

Μετά την άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1461 αρχίζει ο βίαιος εξισλαμισμός που είχε σαν αποτέλεσμα πολλές περιοχές να χάσουν το γλωσσικό τους ιδίωμα. Εκεί παρατηρείται και ένα από τα μοναδικά φαινόμενα στον κόσμο, των κρυπτοχριστιανών, οι οποίοι φανερά ήταν Μουσουλμάνοι και κρυφά Χριστιανοί. Στην περιοχή της Αργυρούπολης οι Σουλτάνοι είχαν δώσει ιδιαίτερα προνόμια γιατί εκεί ήταν καλοί τεχνίτες και μεταλλωρύχοι.

Μετά το 1800 με την εξάντληση των μεταλλείων, έχουμε μια μετακίνηση πληθυσμού μεταλλωρύχων, από την Αργυρούπολη προς τον Ν.Δ. Πόντο, στα χωριά Κιουμούς -Ματέν και στο Ακ Νταγ Ματέν κοντά στην Άγκυρα, όπου υπήρχαν μεταλλεία. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν καινούργιες παραλλαγές χορών και μουσικής . Το 1856 με την πίεση των τότε μεγάλων δυνάμεων της εποχής, Ρωσία Αγγλία και Γαλλία, εκδίδεται το φιρμάνι του Σουλτάνου, που ήταν νόμος του κράτους, το επονομαζόμενο Χάτι Χουμαγιούν που έδινε στους Πόντιους συνταγματικές ελευθερίες. Το κακό όμως όπως θα δούμε παρακάτω είχε συντελεσθεί. Το 1922 στον Πόντο ζούσαν περίπου 7 0 0.000 χριστιανοί, 150.000 κρυπτοχριστιανοί, Αρμένιοι, Κούρδοι, Λαζοί, Εβραίοι κλπ., σε ένα σύνολο 2.000.000 περίπου κατοίκων. Βλέπουμε λοιπόν πως το ελληνικό στοιχείο υπερτερεί. Και ήρθε η μαύρη ώρα που οι Πόντιοι ξεριζώθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. Σκόρπισαν σε χωριά και σε πόλεις της ελλαδικής γης, αποξενωμένοι, έχοντας να παλέψουν κάτω από σκληρές συνθήκες, έχοντας πιο πολύ από κάθε άλλη φορά την ανάγκη του συμπατριώτη τους. Δημιουργούν μια πλατειά ενοποιητική κίνηση. Αυτόματα λειτουργεί το φυλετικό ένστικτο και η μεγάλη συναισθηματική φόρτιση ξεσπάει και εκφράζεται μέσα από το πιο αυθόρμητο, το πιο δυνατό πολιτιστικό στοιχείο, το χορό.

Η δύναμη της επιβίωσης και η συνέχιση και διατήρηση των εθίμων, αφού εξέλιπαν οι περιστάσεις που προκάλεσαν τη γέννηση τους και έδιναν σημασία στο περιεχόμενό τους, τους έστρεψαν στο χορό. Έτσι ο χορός έγινε μέσο επιβίωσης για τη συνέχιση και τη διατήρηση της ποντιακής ταυτότητας στην Ελλάδα. Ήταν το πρώτο και το δυνατότερο στοιχείο για την δύσκολη αρχή στο νέο περιβάλλον. Έπρεπε πρώτα να σταθούν στα πόδια τους και να ικανοποιήσουν τις οικονομικές τους ανάγκες, τις καθαρά βιοποριστικές. Όμως έπρεπε, αισθάνονταν την ανάγκη, να υπογραμμίσουν την πολιτιστική τους φυσιογνωμία, γιατί οι Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας δεν ήταν μια άχρωμη, χωρίς παρελθόν κοινωνία. Ήταν ένας ζωντανός λαός με ιστορικό παρελθόν, με έντονη πολιτιστική δραστηριότητα, με ανεπτυγμένη την κοινωνική αλληλεγγύη. Μια κοινωνία δομημένη στέρεα πάνω σε κοινό σύστημα αξιών, δοκιμασμένο και αποτελεσματικό που λειτούργησε στη διατήρηση της πολιτιστικής και πολιτικής τους φυσιογνωμίας, ζώντας κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες διαβίωσης. Το μη ποντιακό περιβάλλον αμφισβητούσε τις πολιτιστικές τους αξίες. Ήταν οι πρόσφυγες, οι τουρκόσποροι, οι αούτηδες. Μια κοινωνική περιθωριοποίηση για τον περισσότερο ποντιακό πληθυσμό άρχισε να υποβόσκει και να απλώνεται. Έπρεπε να αντιδράσουν, να κάνουν αισθητή την παρουσία τους , να διατηρήσουν την ταυτότητά τους, να επιβιώσουν. Όλα αυτά βρήκαν διέξοδο στα αστικά κέντρα, όπου οι Πόντιοι αντιπροσώπευαν μειοψηφία, στην δημιουργία ποντιακών συλλόγων όπου κυρίαρχο ρόλο έπαιξε ο χορός

Χορευτικές διαδικασίες 

Ο κύριος όγκος των Ποντίων άρχισε να έρχεται στην Ελλάδα το 1922 πάνω σε μια συμφωνία για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Μαζί τους έφεραν τα ήθη, έθιμα και τις παραδόσεις τους. Λέγοντας ήθη εννοούμε την ψυχική ποιότητα των ατόμων που αποτελούν μια κοινωνία. Σαν έθιμα εννοούμε τις πράξεις που ενδιαφέρουν το σύνολο των ατόμων τα οποία κατοικούν σ’ έναν τόπο. Οι πράξεις αυτές είναι κοινωνικά ή θρησκευτικά καθήκοντα τα οποία είναι απαραίτητα για να διατηρηθεί ένα σύνολο. Τα έθιμα διατηρούνται με την παράδοση και παραμένουν αναλλοίωτα σε κάθε λαό για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν και πολλές φορές η κοινωνική μορφή, η οποία κατέστησε αναγκαία την εμφάνιση και ύπαρξη τους και τα δικαιολόγησε, πέρασε χωρίς να υπάρχει ελπίδα να επανέλθει. Τα ήθη και έθιμα έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στη δημιουργία, διατήρηση και εξέλιξη του χορού.

Για τους Πόντιους ο χορός ήταν συνυφασμένος με τη ζωή τους. Από τα πρώτα τους βήματα μάθαιναν και χορό συμμετέχοντας στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις. Δεν υπήρχε συγκεκριμένη ηλικία κατά την οποία μάθαιναν χορό, ούτε ο χορός διδασκόταν από χοροδιδασκάλους όπως γίνεται σήμερα. Ήταν προσωπική υπόθεση του κάθε παιδιού να αποφασίσει πότε θα μάθει και πότε θα πάρει το θάρρος να χορέψει δημόσια.
Οι πιο σημαντικές γιορτές που γινόταν χοροί ήταν όλες οι χριστιανικές: Χριστούγεννα, Πάσχα, Πρωτοχρονιά, Φώτα, το πανηγύρι του χωριού, ονομαστικές γιορτές κλπ. Ο χορός το καλοκαίρι στηνόταν συνήθως στην πλατεία του χωριού, όπου λάμβανε μέρος όλος ο κόσμος. Το χειμώνα που έκανε κρύο ή είχε ακατάλληλο καιρό, σε πολλά χωριά του Πόντου ο χορός γινόταν σε μια αίθουσα την οποία ονόμαζαν Μοτό ς (μετόχι), δηλαδή ήταν ένα οίκημα που ανήκε στην εκκλησία και στο οποίο γινόταν οι διάφορες εκδηλώσεις (γάμοι, βαφτίσια, γιορτές κλπ.).

Στην πλειοψηφία τους οι χοροί του Πόντου είναι κυκλικοί (κλειστός κύκλος). Ο κλειστός κύκλος έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Έχει την προέλευσή σε δεισιδαιμονίες και δοξασίες στα βάθη των αιώνων. Πίστευαν ότι είχε την ιδιότητα να προστατεύει από τα κακά πνεύματα ό,τι περιέκλειε μέσα του. Δεν υπάρχει κορυφαίος, όπως ακριβώς και στους αρχαίους κυκλικούς χορούς. Όταν χόρευαν πολλά άτομα μπορούσαν να σχηματίσουν πολλούς ομόκεντρους κύκλους. Πολλές φορές ο χορός στηνόταν αυθόρμητα χωρίς καμία ιδιαίτερη αιτία. Μοναδική προϋπόθεση η παρουσία μουσικού και η ψυχική διάθεση.

Το κάλεσμα για τους χορούς στα μικρά χωριά γινόταν με το άκουσμα των οργάνων ή διαδίδονταν μεταξύ των χωρικών, ενώ στα μεγαλύτερα έβγαιναν δύο-τρία παιδιά που διαλαλούσαν σαν ντελάληδες στους δρόμους το γεγονός.

Τα πανηγύρια συνήθως κρατούσαν δύο ημέρες, παραμονή και ανήμερα. Πολλές φορές όμως μπορούσανε να συνεχιστούν για ημέρες από διάφορα άτομα που γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και από χωριό σε χωριό, εφόσον το αίσθημα της φιλοξενίας ήταν και είναι πολύ ανεπτυγμένο στους Πόντιους. Οι ποντιακοί χοροί είναι ομαδικοί, γι’ αυτό η έναρξη δεν γινόταν από ένα συγκεκριμένο άτομο αλλά από ομάδα ατόμων.

Στους ανοικτούς χώρους, όπου χόρευαν πάρα πολλά άτομα, τα όργανα στα οποία έδειχναν προτίμηση ήταν ο ζουρνάς, το αγγείο ή τουλούμ (άσκαυλος) και το νταούλι, λόγω της μεγάλης ηχητικής έντασης των οργάνων αυτών. Εάν δεν υπήρχαν αυτά τα όργανα τότε χρησιμοποιούσαν μια ή περισσότερες λύρες ταυτόχρονα. Στο Κάρς χρησιμοποιούσαν και το κλαρίνο. Ας σημειωθεί ότι η λύρα είναι τι πιο διαδεδομένο μουσικό όργανο στους Πόντιους. Αυτά συνέβαιναν στον Ανατολικό Πόντο.

Στον Δυτικό Πόντο τα όργανα που χρησιμοποιούσαν περισσότερο ήταν το βιολί, το ούτι (στο Κιουμούς Ματέν και στο Ακ Ντάγ Ματέν), ο ζουρνάς, το νταούλι και λιγότερο η λύρα. Επίσης στις μεγαλουπόλεις Αμισό (Σαμψούντα), Κερασούντα κλπ. τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιούσαν και κλαρίνο.
Οι οργανοπαίχτες βρισκόταν πάντα μέσα στον κύκλο. Πολλές φορές περιφερόταν παρακολουθώντας τους χορευτές και ακολουθώντας το ρυθμό της μουσικής, για να μπορούν όλοι να ακούν διαδοχικά. Πολλές φορές, όταν ο οργανοπαίχτης κουραζόταν, διάφορα, νεαρά ως επί το πλείστον άτομα, τον έπαιρναν στους ώμους και τον περιέφεραν αυτά για να τον ξεκουράζουν. Οι μουσικοί που μπορούσαν να στήσουν χορό σε ανοικτούς χώρους ήταν περιζήτητοι, γιατί αυτό απαιτούσε ιδιαίτερη ικανότητα και δεν ήταν μόνο θέμα μουσικής δεξιοτεχνίας. Ο οργανοπαίχτης έπρεπε με το ύφος του, τις κινήσεις του, τις λεκτικές προτροπές του να μπορεί να ξεσηκώνει τους χορευτές. Όταν ο μουσικός ήθελε να πληρωθεί από κάποιο άτομο, γονάτιζε παίζοντας μπροστά του και εκείνο αν ήθελε τού κολλούσε στο μέτωπο με σάλιο ή του έβαζε στο στήθος ή στο όργανο νομίσματα. Αυτό λεγόταν καρσιλάεμαν και ήταν ο συνήθης τρόπος πληρωμής.

Όσοι δεν χόρευαν, όπως τα άτομα προχωρημένης ηλικίας, καθόταν γύρω-γύρω και παρακολουθούσαν. Οι σεβάσμιοι, όπως ο παπάς, ο πρόεδρος (μουχτάρης), ο δάσκαλος και οι γέροντες, συνήθως καθόντουσαν μέσα στον κύκλο για να παρακολουθούν πιο άνετα. Μερικές φορές το γλέντι τελείωνε με καυγά, στον οποίο μάλιστα ορισμένες περιοχές δώσανε την ειδική ονομασία γαρμαγάλ, και βέβαια δεν έλειπαν οι τουφεκιές στον αέρα.

Πριν το 1900, σε πολλά χωριά στο εσωτερικό του Πόντου οι κοπέλες σε ηλικία γάμου και οι νιόπαντρες δεν χόρευαν με τους άνδρες σε δημόσιους χώρους γιατί αυτό εθεωρείτο ντροπή. Ιδίως εθεωρείτο άπρεπο το να μπει μια παντρεμένη με τον άντρα της στο χορό και να της κρατάει κάποιος άλλος το χέρι, αυτό. Οι ελεύθερες κοπέλες και οι αρραβωνιασμένες, όταν ο χορός γινόταν σε δημόσιους χώρους κρυβόταν πίσω από θάμνους ή από ηλικιωμένες γυναίκες, γιατί ήταν ντροπή ακόμα και να βλέπουν. Βέβαια στην Τραπεζούντα και στις άλλες μεγαλουπόλεις ο κόσμος ήταν πιο απελευθερωμένος. Τα τραγούδια με τα οποία άρχιζε το γλέντι ήταν ως επί το πλείστον τα επιτραπέζια, τα οποία δεν είχαν συγκεκριμένους στίχους αλλά μπορούσαν να λέγονται διάφορα δίστιχα σε απεριόριστο αριθμό. Οι βασικοί ρυθμοί του ποντιακού τραγουδιού είναι δύο: ο πεντάσημος ή 5/8 (Τικ) και ο ενεάσημος ή 9/8 (Ομάλ). Υπάρχουν όμως και άλλοι ρυθμοί. Ο στίχος αποτελείται από δύο ημιστίχια. Τραγουδούσε πρώτα ο ένας το πρώτο ημιστίχιο και μετά το επαναλάμβαναν όλοι μαζί. Το ίδιο συνέβαινε με το δεύτερο ημιστίχιο. Βέβαια υπήρχαν και ολοκληρωμένα τραγούδια, τα οποία ανήκαν στον ακριτικό, στον ερωτικό κύκλο κλπ. Η μεγαλύτερη ποικιλία τραγουδιών ήταν τα επιτραπέζια και μετά ακολουθούσαν τα τραγούδια σε χορό Ομάλ και Τικ. Σε πολλά μέρη του Πόντου που συνόρευαν με άλλες περιοχές υπήρξαν επιδράσεις και γι’ αυτό παρατηρούμε να υπάρχει ο χορός με τα μαντίλια της Καππαδοκίας (πολλοί ζούσαν μέσα στον Δυτικό Πόντο) στους Μετεντζήδες, που χρησιμοποιούσαν και τα ίδια όργανα. Στην περιοχή της Νικόπολης βρίσκουμε Καρσιλαμάδες. Στον Πόντο ζούσαν και άλλοι λαοί όπως Αρμένιοι, Λαζοί κλπ. Ο Ανατολικός Πόντος συνορεύει με τον Καύκασο και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δεχθούν την επίδραση των χορών της περιοχής, έτσι ώστε σήμερα να μην γνωρίζουμε σε ποιους ανήκουν ορισμένοι χοροί που χορεύονταν εκεί από τους Πόντιους.

Παρακάτω γίνεται μια καταγραφή των χορών που χορεύτηκαν από Ποντίους, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους και από τις επιδράσεις που δέχθηκαν.

Οι ποντιακοί χοροί στην Ελλάδα του σήμερα
Μιλώντας για τους ποντιακούς χορούς και τα τραγούδια, αλλά και για κάθε πολιτιστικό στοιχείο, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι: Ποντιακό είναι κάθε τι που δημιουργήθηκε στην ευρύτερη περιοχή του Πόντου με όλες τις επιδράσεις και τις παραλλαγές του. Είναι φανερό ότι στη διαμόρφωση των διαφόρων παραλλαγών έπαιξαν σημαντικό ρόλο το φυσικό, το πολιτιστικό και το κοινωνικό περιβάλλον. Ιδιαίτερα ο λαϊκός χορός, σαν δημιούργημα του λαού, άρα κυρίαρχο μέσο έκφρασής του, έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί προϋποθέσεις για προσέγγιση και αλληλογνωριμία των λαών. Οι αγροτικές κοινωνίες, όπως του Πόντου, ήταν ως επί το πλείστον κλειστές οπότε ήταν εύκολο να κρατηθεί η αυθεντικότητα των παραδόσεων. Αντίθετα, οι σημερινές βιομηχανικές κοινωνίες είναι ανοιχτές. Έτσι δίνουν τη δυνατότητα στις πόλεις να συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό ατόμων με τελείως διαφορετικά ήθη, έθιμα και παραδόσεις. Τα άτομα αυτά ζουν, εργάζονται και διασκεδάζουν στους ίδιους κοινωνικούς χώρους με αποτέλεσμα ο πολιτισμός τους να χάνει την ιδιαιτερότητα του και να αποκτά μια ενιαία κατά μείζονα λόγο μορφή. Οι χοροί χάνουν την ιδιαιτερότητα που είχαν στην περιοχή προέλευσης τους. Η ποικιλία των ρυθμών τους περιορίζεται στο ελάχιστο, γίνονται πιο γρήγοροι – αποτέλεσμα ίσως της εποχής της ταχύτητας – όπως συμβαίνει σε όλες σχεδόν τις χώρες.

Στους Ποντιακούς χορούς έχουμε ακριβώς το ίδιο φαινόμενο που παρατηρείται στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, δηλαδή μια μελωδία να χορεύεται διαφορετικά από το ένα χωριό στο άλλο και να έχει διαφορετική ονομασία ή μικρή μουσική παραλλαγή.

Ο Πόντος είναι μια από τις πλουσιότερες περιοχές σε ποικιλία χορών και τραγουδιών. Οι χοροί του ξεπερνούν τους 100 και σίγουρα υπάρχουν άλλοι που δεν έχουν καταγραφεί ακόμα. Ο μεγάλος αριθμός και η ποικιλία των ποντιακών χορών οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πόντος χωρίζεται οριζόντια σε δύο μέρη από την οροσειρά του Παρυάρδη (Παρχάρ) που είναι συνέχεια της οροσειράς του Καυκάσου. Έτσι έχουμε τον παραλιακό Πόντο και τον μεσογειακό. Πολλά ποτάμια εξάλλου ξεκινούν από το Νότο και κατευθυνόμενα προς Βορρά εκβάλλουν στη Μαύρη Θάλασσα. Αυτό είχε σαν συνέπεια η επικοινωνία μεταξύ των περιοχών αυτών να είναι πολύ περιορισμένη και μόνο σε μικρές περιόδους του χρόνου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν διαφορετικοί χοροί και πολλές παραλλαγές.

Πολλοί από τους χορούς αυτούς, κυρίως του Δυτικού Πόντου, χάθηκαν διότι στον Δυτικό Πόντο πολλές περιοχές έχασαν βίαια το γλωσσικό τους ιδίωμα και αναγκάστηκαν να μιλούν τούρκικα. Ας μην ξεχνάμε ότι η γενοκτονία σε πολλές περιπτώσεις στην περιοχή έφτασε μέχρι και το 80%. Τα μουσικά όργανα που ακούγονταν περισσότερο ήταν το βιολί, το ούτι, ο ζουρνάς, και το νταούλι. με τα οποία τραγουδούσαν περισσότερο στα τούρκικα.

Όταν ήρθαν στην Ελλάδα οι Πόντιοι του Ανατολικού Πόντου που μιλούσαν ποντιακά και έπαιζαν λύρα, το κατ’εξοχήν ποντιακό μουσικό όργανο, και βέβαια είχαν καλύτερους λυράρηδες, επεκράτησαν των Δυτικών με συνέπεια να ατονήσουν τα τραγούδια και οι χοροί του Δυτικού Πόντου. Μερικοί χοροί του Ανατολικού Πόντου ατόνησαν επίσης. Στον ελλαδικό χώρο, μερικοί χοροί όπως το Κότσαρι, η Σερανίτσα  (ή Εικοσιένα), η Λετσίνα κλπ. έχασαν τον τοπικό τους χαρακτήρα και χορεύτηκαν από όλους τους Πόντιους, ενώ άλλοι όπως οι χοροί Τάμσαρα, Τίταρα, Εταιρέ Σαμψόν, Ντολμέ, Ανεφορίτσα κλπ. διατήρησαν την
ιδιαιτερότητα τους.

Σήμερα η εκμάθηση των χορών στις μεν πόλεις γίνεται από τους ποντιακούς συλλόγους, το σύνολο σχεδόν των οποίων διαθέτει χοροδιδασκάλους και χορευτικά συγκροτήματα, στα δε χωριά που έχουν αμιγή ποντιακό πληθυσμό μαθαίνονται μέσα από τη διασκέδαση, όπως δηλαδή γινόταν και στον φυσικό τους χώρο. Και στα χωριά όμως που έχουν μικτό πληθυσμό χορεύονται περισσότερο οι ποντιακοί χοροί. Επειδή οι Πόντιοι στην Ελλάδα δεν ζουν, όπως στον Πόντο, σε έναν ενιαίο χώρο όπου να μπορούσαν να αναβαπτίζονται, θα πρέπει, αν θέλουν να διατηρήσουν την πολιτιστική τους ιδιαιτερότητα, να δείξουν ξεχωριστό σεβασμό στην κλασική μορφή των χορών τους, που ας μη λησμονούμε ότι είναι η κυριότερη συνιστώσα της λαϊκής παράδοσης.

Δυστυχώς πολλοί χοροδιδάσκαλοι δεν φαίνεται να κατανοούν αυτή την αναγκαιότητα. Ετσι παρατηρείται έντονα το φαινόμενο της παραποίησης της παραδοσιακής μορφής των χορών εν ονόματι της «καλλιτεχνικής χορογραφίας». Βέβαια θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι απλοποιημένοι χοροί αφομοιώνονται πιο εύκολα ώστε να χορεύονται και από μη Πόντιους, πράγμα δύσκολο όταν είχαν την παραδοσιακή τους μορφή.

Για τους ποντιακούς χορούς δεν υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία. Από τις πιο σημαντικές δημοσιεύσεις – αν όχι η σημαντικότερη – είναι η διατριβή του Κιλπάτρικ, καθηγητή στο πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες, η οποία δημοσιεύτηκε στην αγγλική γλώσσα σαν παράρτημα 12 του «Αρχείου του Πόντου». Σαν γενικά χαρακτηριστικά των ποντιακών χορών ο Κιλπάτρικ αναφέρει τα παρακάτω:

– Μικρά βήματα, δεν καλύπτεται μεγάλος χώρος.

– Τα πόδια κρατιούνται το ένα κοντά στο άλλο χωρίς να εκτείνονται πέρα από το σώμα – γενικά πολύ περιορισμένα.

-Τα πόδια πιέζουν το έδαφος χωρίς να απομακρύνονται πολύ από αυτό.

-Ο πρωτοχορευτής δεν κάνει αυτοσχεδιασμούς που δεν μπορούν να γίνουν απ’ τους υπόλοιπους. Ετσι αρκετές φορές οι χορευτές σχηματίζουν κλειστούς κύκλους.

-Τα βήματα των χορευτών είναι γενικά περίπλοκα, ιδιαίτερα στον γρήγορο ρυθμό.

-Δεν υπάρχει χτύπημα ποδιού ή χτύπημα στο πάτωμα ή στο σώμα με το χέρι.

-Η κίνηση του κορμιού τονίζεται μερικές φορές με την κίνηση των ώμων.

-Η κάμψη και η περιστροφή του κορμιού είναι κοινή σε αρκετούς χορούς.

-Τα κρατήματα των χεριών αλλάζουν κατά τη διάρκεια του ίδιου χορού, σύμφωνα με την μορφή του χορού, και πρέπει να είναι ελεύθερα να κινούνται γρήγορα πίσω και μπροστά.

-Τα χέρια κρατιούνται κοντά στο σώμα, έτσι ώστε να υπάρχει ελάχιστος κενός χώρος ανάμεσα στους χορευτές και περισσότεροι χορευτές να χορεύουν σε μικρότερο χώρο.

-Οι χορευτές κινούνται προς τα δεξιά σε πολλούς χορούς καθώς επίσης μπροστά και πίσω σε αρκετούς ή αποκλειστικά προς τα αριστερά.

-Απαλοί και έντονοι τρόποι κίνησης ασκούνται στον ίδιο χορό, ταυτόχρονα από διαφορετικούς χορευτές.

-Ο τρόπος κίνησης στους ποντιακούς χορούς ποικίλει από τα πιο άτονα, αργά, ξεκούραστα, αβίαστα, συρτά βήματα στα πιο έξαλλα, έντονα, με σωματικές απαιτήσεις και βίαια βήματα και κινήσεις.

-Η μουσική συχνά παίζεται χωρίς χορό, το αντίθετο όμως δεν συμβαίνει ποτέ. Ακόμη, για την εκμάθηση των χορών θεωρείται καλύτερο κάποιος λυράρης να παίζει για τους χορευτές παρά να χρησιμοποιούν δίσκους ή κασέτες.

Και παρακάτω: «Στην αρχή ήταν η προσπάθεια να μάθω τα βήματα και μετά αφού τα έμαθα άρχισα να βαριέμαι και να γίνομαι ανυπόμονος. Απορούσα πώς αυτοί οι άνθρωποι χόρευαν όλο το βράδυ και πώς ένας τους χορός μπορούσε να διαρκέσει σχεδόν μία ώρα. Συνήθισα στην Αμερική σε μεγαλύτερη ποικιλία χορών, σε γρηγορότερο ρυθμό, με διάρκεια όχι πάνω από 3 λεπτά. Την τρίτη εβδομάδα της προσπάθειάς μου άρχισα να καταλαβαίνω πως η ευκολία με την οποία μπορούσα να χορεύω, να ξεκουράζομαι και να απολαμβάνω την κίνηση ήταν εκπληκτική. Το αίσθημα της ζεστασιάς και της ένωσης με τους υπόλοιπους χορευτές ήταν μοναδικό και με έφερνε σε αμηχανία.

Αρκετά αργότερα άρχισα να καταλαβαίνω ότι ανακάλυπτα μ’ ένα περιορισμένο αλλά πραγματικό τρόπο, μερικά σαν από υπνωτισμό αποτελέσματα που συνόδευαν πολλούς ελληνικούς χορούς. Βέβαια προέκυπταν αρκετές απορίες, όπως: πώς όλοι οι χορευτές ήξεραν ότι ο χορός τελείωνε προτού εγώ να καταλάβω ότι οι μουσικοί θα σταματούσαν Οι χορευτές κατέβαζαν τα χέρια, γύριζαν στα τραπέζια τους, οι μουσικοί όντως είχαν σταματήσει και εγώ ήμουν ο μόνος που είχε μείνει στην πίστα. Άκουγαν κάτι στη λύρα που εγώ δεν άκουγα.

Όταν άρχισα τα μαθήματα λύρας και είχα μάθει φωνητική μελωδία πάνω στη λύρα, σκέφτηκα ότι ο μουσικός τρόπος ήταν καθαρός, κατάλαβα ότι πολλοί ορχηστικοί τόνοι έμοιαζαν να είναι τελείως έξω από την τροπική μορφή και συχνά ακούγονταν σαν λάθη όταν τους έπαιζα, ενώ ο δάσκαλος μου μπορούσε να τους δώσει έτσι ώστε να γίνονται τέλεια δεκτοί από τον κόσμο.
Όταν είδα πώς χόρευαν οι Πόντιοι τον ελληνικό σκοπό που λέγεται «Αιγιώτισσα» δεν αναγνώρισα το χορό. Η «Αιγιώτισσα» είναι ένα Καλαματιανό σε 7/8, το οποίο διαιρείται σε ένα μακρύ και δύο σύντομα χτυπήματα δηλαδή 3-2-2. Στις ποντιακές ταβέρνες η λύρα τόνιζε τον σκοπό σαν να ήταν 2-2-3 και οι χορευτές άρχιζαν με γρήγορα βήματα παρά με το αργό βήμα που συνδέεται με το τρίτο χτύπημα».

Άλλη εργασία σχετική με τους ποντιακούς χορούς είναι η δημοσίευση του Δημ. Κουτσογιαννόπουλου στον 28ο τόμο του «Αρχείου του Πόντου». Μεταξύ άλλων αναφέρει: «Όλοι οι ποντιακοί χοροί χορεύονται από άνδρες και γυναίκες εκτός των χορών Τρομαχτόν, Λατσίνας (προφανώς εννοεί την Λετσίνα) και Σέρρας, τους οποίους χορεύουν μόνο άνδρες. Οι γυναίκες χορεύουν κατά προτίμηση τους χορούς: Ομάλ, Τρυγόνα, Ομάλ Κάρς και Πατούλα». Και πιο κάτω: “Χορός Τρυγόνας: Παρθενικός χορός, φέρει τη σφραγίδα της παρθενικής ωραιότητας, χορεύεται από γυναίκες και συνοδεύεται από τραγούδι”. Για τον χορό Χαιρεανίτσας: “Χορός παρθενικός σαν να τον συνέθεσε κάποιος αρχαίος λάτρης της θεάς Αρτέμιδος για να τον αφιερώσει εις τον βωμό της θεάς των Παρθένων. Χορεύεται από γυναίκες ως επί το πλείστον».

Από αυτά βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Δ. Κουτσογιαννόπουλος είδε τους χορούς με μία ρομαντική διάθεση, γιατί όλοι οι χοροί είναι μικτοί εκτός των χορών Σέρρα και Μαχαίρια. Στον ελλαδικό χώρο όμως και αυτοί χορεύονται και από γυναίκες.

Σκέψεις για την σημερινή κατάσταση της ποντιακής παράδοσης

Ποντιακό είναι κάθε τι που φτιάχτηκε στον Πόντο, ένας συγκεκριμένος τρόπος έκφρασης με τις διάφορες παραλλαγές του από περιοχή σε περιοχή, ακόμα και σε μέρη όπου υπήρχαν ανθούσες ποντιακές παροικίες, αποτέλεσμα του πολιτισμού που ανέπτυξαν και των επιδράσεων που δέχτηκαν από το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον (Μ. Καραβέλας). Πρέπει να πούμε ότι αυτός ο λαός που βρέθηκε ξεριζωμένος από τις πατρογονικές του εστίες στην αγκαλιά της κοιτίδας του Ελληνισμού, δεν ήταν ο φτωχός συγγενής που προσέφυγε εδώ για να τον περιθάλψουν. Έφερε μαζί του ένα γνήσιο λαϊκό πολιτισμό και μια ιστορία τεράστιας αξίας. Αυτόν τον πολιτισμό, τον πιο γνήσιο λαϊκό, την έκφραση μέσω του χορού αλλά και του τραγουδιού, θέλω να τονίσω ότι έχουμε το καθήκον να διασώσουμε και να διατηρήσουμε. Δυστυχώς οι σύλλογοι που δημιουργήθηκαν για την διατήρηση και διάδοση δεν φαίνεται να τα καταφέρνουν. Όσον αφορά το θέμα «χορός» υπάρχει σήμερα ένας κατήφορος που δεν βλέπουμε να σταματάει πουθενά. Είναι πολύ δύσκολο για ένα μη Πόντιο να καταλάβει τη διαφορά της Λετσίνας από την Τρυγόνα ή από την Σεϊρανίτσα. Οι χοροί έχουν αποκτήσει μια τρομακτική ταχύτητα που δεν έχει σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο. Έχει χαθεί τελείως η ιδιαιτερότητα της κάθε περιοχής. Διαφορετικός ήταν ο τρόπος χορού στο Κάρς από ό,τι στην Τραπεζούντα. Το μονό Τικ που αντιπροσώπευε μια ολόκληρη περιοχή όπως η Ματσούκα, το Από Παν και Κα ή οι χοροί της Μπάφρας, της Νικόπολης, του Κιουμούς Ματέν, του Ακ Νταγ Ματέν, έχουν εξαφανιστεί.

Οι χοροδιδάσκαλοι που προσλαμβάνονται από τους συλλόγους δεν δείχνουν, από άγνοια ή από ανευθυνότητα, κανέναν σεβασμό στον παραδοσιακό χορό, δεν καταλαβαίνουν τη ζημιά που κάνουν στην ποντιακή παράδοση. Ο κάθε χορευτής που νομίζει ότι έμαθε τους χορούς γίνεται χοροδιδάσκαλος αλλά και χορογράφος συγχρόνως, αλλοιώνοντας «ελαφρά τη καρδία» και ισοπεδώνοντας μια παράδοση που διατηρήθηκε αιώνες και αιώνες σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον εκεί στον μακρινό Πόντο.
Τα ίδια ακριβώς συναντάμε και στο τραγούδι. «Καλλιτέχνες» που πιστεύουν ότι εξάντλησαν το ποντιακό ρεπερτόριο, «δανείζονται» μουσική από την Τουρκία, την Αραβία ή τη Γιουγκοσλαβία, και βάζοντας στίχους στην ποντιακή διάλεκτο τα βαφτίζουν ποντιακά. Μα δεν σταματάνε εδώ. Επειδή γίνονται και στιχουργοί συγχρόνως, δεν διστάζουν να χρησιμοποιήσουν λέξεις από την καθομιλουμένη, οπότε έχουμε απερίγραπτα δείγματα σαν το “Εφτά χρόνια σην ξενιτιάν, λάσκουμε σούρτα-φέρτα”, ή σαν το “Πλούσιος με πολλά λεφτά επέρεν την αγάπη μ'”. Ευτυχώς υπάρχουν εξαιρέσεις, από καλλιτέχνες που υπηρετούν πιστά την παράδοση. Και η μεν γλώσσα είναι φυσικό να χαθεί σιγά-σιγά – αφού δεν είναι γλώσσα συναλλαγής – και να μείνει στα γραπτά σαν μουσειακό κομμάτι για να θυμίζει στις επόμενες γενεές τη δύναμη αυτού του λαού που κατόρθωσε να επιβιώσει μέσα σε τόσο αντίξοες συνθήκες και να διατηρήσει τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις του σαν ζωντανό δεσμό με το παρελθόν. Ο χορός όμως μπορεί να διατηρηθεί στην αυθεντική του μορφή και να διαιωνιστεί, αφού εξακολουθεί να συναρπάζει τους νεώτερους όπως ακριβώς και τους παλαιότερους. Όλα αυτά γράφτηκαν με το σκεπτικό πως ίσως διαβαστούν από ανθρώπους που κρατάνε καίριες θέσεις σε ποντιακά σωματεία, ώστε να γίνει μια προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες, Κι εγώ σαν νέος χορευτής και χοροδιδάσκαλος έκανα κάποτε τα ίδια λάθη, χωρίς να βρεθεί κανένας να με καθοδηγήσει στην άγνοια μου για το τι εστί παράδοση. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη ζωντανοί άνθρωποι που γεννήθηκαν στον Πόντο. Σ’ αυτούς πρέπει να αποτανθούν οι χοροδιδάσκαλοι, αυτούς πρέπει να έχουν συμβούλους και οι σύλλογοι αν θέλουν να υπηρετήσουν σωστά την ποντιακή ιδέα. Όλα αυτά γράφτηκαν χωρίς υστεροβουλία, από αγάπη και μόνο προς τη φυλή μας.

Οι ονομασίες των χορών

Υπάρχει ένα πρόβλημα με τις τούρκικες ονομασίες πολλών ποντιακών χορών, περισσότερο στο Δυτικό αλλά και στον Ανατολικό Πόντο, από ανθρώπους που ασχολήθηκαν χρόνια με τον ποντιακό χορό. Από άγνοια ή από υπερβολικό εθνικισμό ή από τον φόβο μήπως εκμεταλλευτούν το φαινόμενο οι Τούρκοι και διεκδικήσουν την πατρότητά τους, ξεχνούν ότι πολλές περιοχές του Πόντου και ειδικά του Δυτικού ήταν τουρκόφωνες (και βέβαια αυτό δεν ήταν προσωπική τους επιλογή). Αντιγράφω ένα κείμενο που με εκφράζει απόλυτα, από την «Εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού χορού» του Άλκη Ράφτη, προσαρμόζοντάς το στους ποντιακούς χορούς. Πολλοί αμφισβήτησαν την ελληνικότητα ορισμένων χορών επειδή η ονομασία τους είναι ξενική. Αυτό προδίδει πλήρη άγνοια των αυστηρών μηχανισμών αποδοχής, προσαρμογής και ένταξης που κάθε παραδοσιακή κοινωνία προέτασσε απέναντι σε κάθε τι ξενόφερτο. Οι χοροί δεν έγιναν ποτέ αντικείμενο επιβολής εκ των άνω. Εφόσον οι πρόγονοι των σημερινών Ποντίων χόρεψαν ένα χορό συλλογικά στα χωριά τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτός είναι παραδοσιακός ποντιακός χορός. Αντίθετα όσο μεγάλο διάστημα κι αν χορευτή στη σημερινή κοινωνία ένας χορός, δεν θα γίνει ποτέ παραδοσιακός γιατί απλούστατα η σημερινή κοινωνία δεν είναι παραδοσιακή. Οι ξενικές ονομασίες των χορών δεν θα πρέπει να ενοχλούν κανέναν. Κατ’ αρχάς κάτι ανάλογο συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου. Οι χοροί – όπως και οι μελωδίες και τα στοιχεία της φορεσιάς και τόσα
άλλα – κυκλοφορούν, περνούν από τον ένα πληθυσμό στον άλλο, παίρνοντας καμιά φορά μαζί τους την ονομασία τους (κάτι που έγινε με χορούς της πρώην ΕΣΣΔ που μέσω Κάρς πέρασαν στον Πόντο). Γίνονται όμως κτήμα του λαού που τους αποδέχεται προσαρμόζοντας τους στα δικά του μέτρα, μέσα από τα δικά του φίλτρα. Και τα φίλτρα της παραδοσιακής κοινωνίας ήταν πολύ πιο ουσιαστικά από ότι στη σημερινή κοινωνία, όπου η διαφήμιση, η εκπαίδευση και άλλοι μηχανισμοί μπορούν κυριολεκτικά να επιβάλλουν κάθε είδους νέα στοιχεία. Άλλωστε, οι ιστορικές συνθήκες δημιούργησαν πληθυσμούς ελληνικούς μεν αλλά μη ελληνόφωνους (τουρκόφωνους) ή δίγλωσσους. Δεν συμφωνώ καθόλου με τις απόπειρες ελληνοποίησης των ονομασιών. Πρόκειται για παραποίηση της ιστορικής αλήθειας και έλλειψη σεβασμού προς τους προγόνους μας. Είναι σφάλμα να εκλαμβάνεται άστοχα η ονομασία σαν δηλωτικό της προέλευσης. Είναι σαν να πιστεύει κανείς ότι το τηλέφωνο είναι ελληνική επινόηση επειδή σε όλες τις γλώσσες έχει ελληνική ονομασία.
Επί πλέον, η κάθε επέμβαση ανοίγει το δρόμο για κάθε είδους αυθαιρεσία και παραποίηση. Οι εκάστοτε σκοπιμότητες μπορούν να διαμορφώνουν το παρόν, αλλά δεν θα πρέπει να μας οδηγούν στο να προσπαθούμε να διαμορφώσουμε το παρελθόν.

Οι χοροί είναι ποντιακοί γιατί τους χόρεψαν οι πρόγονοί τους για μεγάλο διάστημα και τους διαμόρφωσαν μόνοι τους ώστε να ταιριάζουν στα γούστα τους. Καλλίτερα να δώσουμε προσοχή στις λεπτομέρειες της κίνησης, του κουστουμιού και της μουσικής.

Όσοι τυχόν νομίζουν ότι σφάλω, λίγοι ή πολλοί, ας με συγχωρήσουν και ας αφήσουν τις ιδέες αυτές αποκλειστικά σ’ εμένα και σ’ εκείνους που εκφράζω, ζωντανούς ή πεθαμένους. Θ. Κ. Θεοφύλακτου: Γύρω στην άσβεστη φλόγα (Θεσσαλονίκη, 1958).

Οι Έλληνες, έχοντας το προνόμιο να έχουν με τη γέννησή τους καταγεγραμμένα στα κύτταρά τους όλους τους αρχαίους και βυζαντινούς χρόνους, δεν μπορεί παρά να μεγαλουργούν. Η σοφία μας είναι εσωτερική, η γνώση μας είναι δεδομένη και έχουμε μια αυτάρκεια για όλα τα θέματα.  (Περικλής Κοροβέσης) Θα συνεχίζει!

         Ευχαριστώ από καρδιάς τον κύριο Ν. Ζουρνατζίδη για την ευγενική χειρονομία του να μου δώσει την άδεια για το παραπάνω άρθρο το οποίο είναι αναρτημένο και στο ιστολόγιο www.serra.gr.