Εκκλησίες και Μονές του Πόντου.

Ο ναός της Άγιας Τριάδας το 1901 στην Αμισό(Σαμψούντα).  Το σχολείο αρρένων αριστερά και το παρθεναγωγείο δεξιά.

 Άγιος Ευγένιος – Πολιούχος της Τραπεζούντος

Μητροπολιτικός ναός του Αγίου Γεωργίου Λιβεράς.

 

Άγιος Παντελεήμων στην Κερασούντα

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης

 

Άγιος Νικόλαος στην Κερασούντα.

Η Μονή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου

«Αε Γιάννες ο Βαζελών»

Σύμφωνα με την παράδοση ιδρύθηκε το 270 μ.Χ. και ήταν η παλαιότερη μονή του χριστιανισμού. “Σκαρφαλωμένη” στους απότομους κρημνούς του βουνού, μέσα σε μια παραδείσια ερημιά, περιτριγυρισμένη από καταπράσινα δάση μαγευτική και μυστηριώδης, προσέφερε τα μέγιστα στον κοινό αγώνα για την επιβίωση του γένους καθ’ όλη τη διάρκεια των αιώνων. Από της κατακτήσεως της αυτοκρατορίας μέχρι και την εκδίωξη των μοναχών το 1922 προσέφερε καταφυγή και προστασία στους κατοίκους της γύρω περιοχής, στάθηκε αρωγός τους σε ότι ζητήθηκε και μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Για παράδειγμα, καθομολογείται από όλους πως με τις ενέργειες του πεφωτισμένου ηγουμένου Χρύσανθου το 1821 με την έκρηξη της επανάστασης, σώθηκε ο τοπικός πληθυσμός από το λεπίδι των αντιποίνων. Η πρώτη μονή καταστράφηκε από τους Πέρσες α 480 μχ αλλά αναγέρθηκε μεγαλύτερη και λαμπρότερη από το στρατηγό του Ιουστινιανού Βελισάριο. Στη βιβλιοθήκη της, η οποία λεηλατήθηκε, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε, υπήρχαν πολύτιμοι κώδικες που περιελάμβαναν χρυσόβουλα αυτοκρατόρων, φιρμάνια σουλτάνων, δωρητήρια έγγραφα, κλπ. Οι μόνοι κώδικες που σώζονται είναι αυτοί του ιερομόναχου Αζαρία 1705 μχ και αυτός που βρίσκεται ακόμα και σήμερα στο μουσείο της Άγκυρας.

Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Σουμελά βρίσκεται στο όρος Μελά του Πόντου, απ’ όπου έλαβε το όνομά της ( Σου-Μέλαν). Σύμφωνα με την παράδοση το 386 μ.χ. οι Αθηναίοι μονάχοι, Βαρνάβας και Σωφρόνιος‚ μετά από αποκάλυψη της Παναγίας οδηγήθηκαν στις κορυφές Του όρους Μελά του Πόντου , για να ιδρύσουν μοναχικό κατάλυμα. Κατά την παράδοση είχε μεταφερθεί εκεί η εικόνα της Παναγίας της Αθηναίας , έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. με θαυματουργικό τρόπο. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, η εικόνα μεταφέρθηκε από τον μαθητή του Οσίου Λουκά Φωκίδας, Ανανία το 943 στη Αθήνα‚στο ναό της Παναγίας της Αθηνινιώτισσας, και από εκεί σι δύο μοναχοί μετέφεραν την εικόνα στο Πόντο εξαιτίας των επιδρομών των Σαρακηνών. Βέβαιο πάντως είναι ότι‚ είτε τον 4ο αιώνα χτίσθηκε η μονή είτε τον 9ο αιώνα, κτήτορες του Μοναστηριού είναι σι Σωφρόνιος και Βαρνάβας γενόμενοι συνεχιστές της μεγάλης μοναστικής ζωής που υπήρχε στον Πόντο ‚ διάδοχοι των μεγάλων πατέρων της Εκκλησίας Βασιλείου του Μέγα και Γρηγορίου του Θεολόγου. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα, η μονή της Παναγίας Σουμελά έγινε το κέντρο όλου του Ορθόδοξου Λαού του Πόντου, αλλά και των Μουσουλμάνων της περιοχής ‚ χάρη στα θαύματα της Παναγίας. Χάρη στις προσφορές και δωρεές του απλού λαού , αλλά και διαφόρων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου και αργότερα αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας η μονή ανακαινίσθηκε, κτίσθηκε ξενώνας τετραώροφος 70 δωματίων‚ βιβλιοθήκη και γύρω από την Μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους, αλλά και τείχος – οχυρό για την προστασία της Μονής από διάφορες επιδρομές. Στη βιβλιοθήκη του Μοναστηρίου φυλάγονταν πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα μέχρι τον ξεριζωμό όπως το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Ακρίτα. Χαρακτηριστικό είναι ότι από 52 ελληνικά χειρόγραφα που υπάρχουν στο μουσείο της Άγκυρας τα 34 προέρχονταν από την Μονή της Παναγίας Σουμελά. Στην Μονή εκτός από την εικόνα της Μεγαλόχαρης άλλα κειμήλια ήταν ο Σταυρός του Αυτοκράτορα Μανουήλ Γ΄ Κομνηνού και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Οσίου Χριστόφορου. Ευτυχώς και τα τρία αυτά ιερά κειμήλια οι μοναχοί της Μονής τα έκρυψαν πριν την καταστροφή και την λεηλασία του Μοναστηρίου από τους Τούρκους το1922. Αργότερα τα ιερά αυτά κειμήλια μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, και σήμερα βρίσκονται στην ανιστορημένη Μονή της Παναγίας Σουμελά. στο όρος Βέρμιο Της Βεροίας. Κατόρθωσαν οι απανταχού της γης Πόντιοι να κτίσουν το νέο τους μοναστήρι, όπου κάθε χρόνο στις 15 Αυγούστου γίνεται το κέντρο συνάθροισης όλων των Ποντίων.

Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα

Η Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα ιδρύθηκε το 752 μ.Χ. στο όρος Πυργί στην περιοχή Γαλλίαινα της Ματσούκας, 30 χλμ. Ν.Α. από την Τραπεζούντα. Ονομάστηκε Περιστερεώτα, γιατί κατά την παράδοση τρία περιστέρια οδήγησαν τους ισάριθμους ιδρυτές μοναχούς από τα δάση των Σουρμένων, απόσταση 50 χλμ. από την τοποθεσία της Μονής.Το 1203, ένα χρόνο πριν από την ίδρυση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας από τους Δαυίδ και Αλέξιο Μ.Κ., η Μονή ερημώνεται από περσικές επιδρομές. Μόλις το 1388 ανασυστήνεται από το Θεοφάνη, προήγουμενο της Μονής Σουμελά, ο οποίος αφού ανακαίνισε τα κελιά και το ναό, κάλεσε μοναχούς και ιερομόναχους και ο ίδιος έγινε Ηγούμενος. Κατάφερε και εξασφάλισε και τη βοήθεια του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλέξιου Γ’ Μ.Κομνηνό (1349 – 1390) ο οποίος εξέδωσε και χρυσόβουλο για τη Μονή. Το 1461 το Μοναστήρι έπαθε νέες ζημιές από επιθέσεις και διαρπαγές ενώ το 1483 κάηκε το Άγιο Βήμα του Καθολικού της Μονής από απροσεξία του εκκλησιάρχου Ιωαννίκιου. Από την πυρκαγιά αυτή καταστράφηκαν διάφορα έγγραφα,κώδικες και το Χρυσόβουλο του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλέξιου Γ’ Μεγάλου Κομνηνού. Το 1493 η Μονή ξαναχτίστηκε με άδεια και προνόμια του Σουλτάνου Βαγιαζίτ Β’ (1481-1512). Τα προνόμια αυτά της Μονής ενίσχυσε με ιδιαίτερο Χρυσόβουλο και ο διάδοχος του Βαγιαζίτ, Σουλτάνος Σελίμ Α’ (1512-1520).Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Γεννάδιος για να ενισχύσει τη Μονή, με “εκδοτήριο γράμμα” του το 1501 αύξησε την κτηματική περιουσία της Μονής, με την προσθήκη της “τοποθεσίας της εξαρχίας Γαλίαινας”. Το 1691 ο πατριάρχης Καλλίνικος Β΄εξέδωσε σιγίλλιο με το οποίο αναγνωρίζει το μοναστήρι αυτό ως σταυροπηγιακό. Το σιγίλλιο αυτό επικυρώθηκε δεκαπέντε χρόνια αργότερα (1706) και από τον Πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄. Στην εξαρχία της Γαλίαινας υπάγονταν 953 οικογένειες (στέφανα) και 4000 ψυχές. Κάθε οικογένεια υποχρεωνόταν να καταβάλει στη Μονή 5 οκάδες καλαμπόκι ως ετήσια προσφορά, αντ’αυτού το μοναστήρι εκτός από ιερέα συντηρούσε σε κάθε χωριό ένα δάσκαλο. Επίσης ο Ηγούμενος ως έξαρχος των γύρω χωριών χειροτονεί ιερείς, εκδίδει άδειες γάμων και διαζυγίων και γενικά ασκεί το πνευματικό του έργο ως αναγνωρισμένος ποιμενάρχης. Συνολικά η μονή είχε 392 πολυτελή δωμάτια και πλούσια βιβλιοθήκη αποτελούμενη από 7500 τόμους βιβλίων. Με δικές της ενέργειες, εκτός των άλλων σχολείων που συντηρούσε, συστήθηκε το 1909 η Κεντρική Σχολή της Γαλλίαινας, που ήταν πλήρες τετρατάξιο Ημιγυμνάσιο. Εξάλλου σ’ένα από τα δυο μετόχια του Μοναστηριού στην Τραπεζούντα στεγαζόταν στις αρχές του 19ου αιώνα το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας πριν στεγαστεί σε δικό του διδακτήριο (1845) απ’όπου μεταστεγάστηκε οριστικά στο μεγαλεπήβολο σημερινό κτήριο που εγκαινιάστηκε το 1902.Πολλές μεγάλες προσωπικότητς του Γένους, όπως Πατριάρχες, Μητροπολίτες, καθηγητές και δάσκαλοι είχαν ως πρωταρχική βάση μόρφωσης και εξόρμησης την Μονή του Περιστερεώτα. Χιλιάδες ήταν κατ’έτος οι οικονομικές ενισχύσεις πτωχών και αναξιοπαθούντων οι οποίοι προσέτρεχαν στην Μονή μη έχοντας άλλη ελπίδα για βοήθεια. Η σημαντικότερη όμως προσφορά της Μονής του Περιστερεώτα, όπως και άλλων μεγάλων Μονών του Πόντου, ήταν η διατήρηση της ελληνοχριστιανικής συνείδησης στους Έλληνες. Αποτελούσαν την πνευματική, διοικητική και εθνικοκοινωνική ποδηγέτηση των υποδούλων. Το μοναστήρι είχε πολλά κειμήλια αμύθητης αξίας, εκ των οποίων τα περισσότερα χάθηκαν στην Ανταλλαγή. Το 1903 η Μονή είχε 15 μοναχούς. Τα παλαιότερα κτίσματα του Μοναστηριού κάηκαν τον Ιανουάριο του 1904 από πυρκαγιά. Ξαναχτίστηκαν έπειτα από τον Ηγουμενεύοντα αρχιμανδρίτη Γρηγόριο, με βοηθούς τους μοναχούς Ιλαρίωνα και Θεοδόσιο.Η Μονή λειτούργησε για έντεκα και πλέον αιώνες διαδραματίζοντας πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και διατήρηση της ελληνοχριστιανικής συνείδησης και ερημώθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1923 και οι εναπομείναντες μοναχοί, ακολουθώντας τη μοίρα του υπολοίπου ελληνισμού πέρασαν στην Ελλάδα.

Ιερά Μονή του Αγίου Ευγενίου Τραπεζούντας

« Τραπεζούvτος το κλέος, τωv αθλοφόρωv αγλάισμα μέγα φύλακα και φαιδρόv πολιούxοv τιμώμεν τον γενναίον και μέγαν Eυγένιον».

Νοτιανατολικά των τειχών, πάνω σε λόφο, ορθώνεται ακόμη το καθολικό της μονής του Αγίου Ευγενίου. Μάρτυρας των αρχών του 4ου αιώνα, προστάτης του μαυροθαλασσίτικου λιμανιού, άρχοντας της νυχτερινής καταιγίδας που σάρωσε τα στρατεύματα των Σελτζούκων πολιορκητών στα χρόνια του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α’, αποτέλεσε το αγαπημένο θέμα της νομισματοκοπίας της πόλης και των αυτοκρατορικών εμβλημάτων. Στο ναό, που αποτέλεσε για μεγάλη χρονική περίοδο κέντρο της εκκλησιαστικής και πολιτικής ζωής της πόλης, φυλάσσονταν τα λείψανα του Αγίου και των συναθλητών του. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική, στην οποία ενσωματώθηκε μεγάλος κεντρικός τρούλος κατά την ανακατασκευή του 1340. Μεταξύ των τοιχογραφιών που κοσμούσαν το εσωτερικό του , ο Fallmerayer θεώρησε ότι κάποιες απεικόνιζαν τους Μεγάλους Κομνηνούς. Από τους καλλιτεχνικούς θησαυρούς και τη βιβλιοθήκη της μονής διασώθηκε μόνο ένα εικονογραφημένο χειρόγραφο που φυλάσσεται στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Μετά το 1461 μετατράπηκε σε τέμενος και μετονομάστηκε σε Yeni Cumma Camii, δηλαδή τζαμί της πρώτης ή νέας Παρασκευής, γιατί σ’ αυτό πρώτη φορά προσευχήθηκε ο κατακτητής της πόλης Μωάμεθ Β’.

Ιερά Μονή της Αγίας Σοφίας Τραπεζούντας

Δύο χιλιόμετρα από τα δυτικά τείχη της πόλης, πολύ κοντά στην ακτή, βρίσκεται το μοναδικό βυζαντινό μνημείο σ’ ολόκληρο τον Πόντο που έχει αναστηλωθεί και λειτουργεί ως αρχαιολογικός χώρος. Πρόκειται για το καθολικό μοναστηριού που κατασκεύασε ο Μανουήλ Α’ (1238-63) και αφιερώθηκε στη Σοφία του θεού. Τα κτίσματα πέριξ του ναού, που φιλοξένησαν τη σχολή θετικών επιστημών του μαθηματικού και αστρονόμου Κωνσταντίνου Λουκίτη, έσφυζαν από ζωή στο πανηγύρι της μονής στις 6 Αυγούστου, γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα. Ναός σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο, φέρει πυλώνες στην νότια, δυτική και βόρεια πλευρά. Αποτελεί θαυμάσιο δείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής στο οποίο ενσωματώθηκαν μορφολογικά και διακοσμητικά στοιχεία προερχόμενα από την αρμενική, γεωργιανή αλλά και ισλαμική τέχνη. Τοιχογραφίες, λαμπρά δείγματα της πρώιμης Παλαιολόγειας αναγέννησης, καθώς και ένα θαυμάσιο μωσαίκό δάπεδο διακοσμούσαν το εσωτερικό του. Η ίδια αυτοκρατορική μεγαλοπρέπεια χαρακτηρίζει και τον εξωτερικό διάκοσμο του ναού. Οι στεγασμένες είσοδοί του φέρουν ανάγλυφες ζώνες στις προσόψεις τους και τοιχογραφίες στο εσωτερικό τους. Κάτω από τον ανάγλυφο μονοκέφαλο αετό, έμβλημα των Μεγάλων Κομνηνών, στην κορυφή της καμάρας της νότιας πλευράς της Αγίας Σοφίας, μια εγχάρακτη «αλληγορική» επιγραφή αποχαιρετά τον επισκέπτη:

«Εκάθισεν Αδάμ απέναντι του παραδείσου και την ίδιαν γύμνωσιν θρηνών ωδύρετο.

Εφύτευσεν ο θεός παράδεισον εν Εδέμ κατά ανατολάς και έθετο εκεί τον άνθρωπο ον έπλασε».

Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη Ίμερας

Γυναικεία μονή στην Ίμερα της περιφέρειας Κρώμνης , αφιερωμένη στην αποτομή του Τίμιου Προδρόμου , γνωστή ως   ‘’Γήμερας Αγιάννες’’ . Η παράδοση τοποθετεί την ίδρυση της μονής στα 1710 από την μοναχή Παϊσία, αδελφή του μητροπολίτη Θεοδοσιουπόλεως Ιακώβου της οικογένειας Χρυσουλάντων από την Ίμερα. Τα εγκαίνια του ναού της μονής πραγματοποίησε το 1745 ο Αρχιεπίσκοπος Χαλδίας Ιγνάτιος ο Κουθούρ. Η μονή έχει κυκλικό σχήμα μέσα στο οποίο υπάρχει ο ναός του Αγίου με λιθοστρωμένο προαύλιο ενώ στις αρχές του 20 αιώνα είχε δώδεκα μοναχές και είκοσι μεγάλα δωμάτια. Μέσα από την μονή πήγαζε και η περίφημη πηγή της και τα καλοκαίρια σύχναζαν εκεί πολλές πλούσιες οικογένειες. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών η μονή και ο ναός καταστραφήκαν ενώ αργότερα χρησιμοποιήθηκαν από τους Τούρκους ως στάβλος. Πολλά κειμήλια της μονής μεταφέρθηκαν και διασώθηκαν στην Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής Δόμηρου – Ροδολίβους στις Σέρρες.