ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΩΤΟΙΚΙΔΗΣ-ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΓΑΜΟΣ-ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΚΑΤΩΤΟΙΚΙΔΗ (ΚΑΚΟΣΙΜΙΔΗ) ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΜΝΗΝΑ – (Μία συνέντευξη της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Advertisements

ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΩΤΟΙΚΙΔΗΣ-ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΓΑΜΟΣ-ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΙΑ ΚΑΤΩΤΟΙΚΙΔΗ (ΚΑΚΟΣΙΜΙΔΗ) ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΜΝΗΝΑ – (Μία συνέντευξη της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Τελεσιγραφικά.

Ένα συγκινητικό οδοιπορικό στο παρελθόν. Χίλια εννιακόσια ενενήντα τρία (1993). Αποφάσισα τη συγγραφή ενός βιβλίου. Λαογραφικού και ιστορικού συνάμα. Τίτλος: «Οι πατρογονικές ρίζες των Κομνηνιωτών». Έπρεπε να συλλέξω πληροφορίες από τους πρόσφυγες του Πόντου και Μικρασίας. Της πρώτης γενιάς. Στα Κομνηνά.

Πλήθος επαναλαμβανόμενων συνεντεύξεων. Συνοδοί μου, μικροί και μεγάλοι. Αγωνία, συγκίνηση στις αφηγήσεις. Συνομιλίες δραματικές. Δάκρυα, λυγμοί, νοσταλγία των περασμένων. Τραγικά τα γεγονότα της προσφυγιάς. Δυσκολία στο χειρισμό της ποντιακής διαλέκτου. Απειρία και ημιμάθεια. Εξάσκηση. Επιτυχία.

Ηλίας Κατωτοικίδης. Σταθμός των συνεντεύξεων μου. Αρχικές πληροφορίες, επεισόδιο εγκεφαλικού. Μνήμη εξασθενημένη. Επανάληψη ίδιων λόγων. Φρόντιζε  τη σύζυγό του Λεμόνα. Ασθενής γυναίκα σε αναπηρικό καρότσι. Λόγω ακρωτηριασμού κάτω άκρου.

Πληροφορίες για άριστο παίξιμο λύρας. Καλλίφωνος. Με πλούσιο ρεπερτόριο κι ευρεία γκάμα ποντιακών παραδοσιακών τραγουδιών. Η κατοικία του, πέρα από το ποτάμι του χωριού. Παλιό τουρκικό σπίτι. Έπρεπε να ψάξω να το βρω. Κατευθύνθηκα με την παρέα μου στον κάτω μαχαλά του ποταμιού. Απόγευμα. Έξι και κάτι. Στον δρόμο συνάντησα τον κ. Ηλία να μεταφέρει τη γυναίκα του με το καρότσι.

-Αυτός είναι! μου είπαν.

Πλησίασα το γέρικο ζευγάρι και τους καλησπέρισα με ευγένεια.

-Ο κύριος Κατωτοικίδης και η σύζυγός του; ρώτησα.

-Ναι! μου απάντησαν.

-Θα ήθελα να μιλήσουμε.

-Για τι πράγμα; Ποια είσαι; ρώτησε ο κ.Ηλίας.

-Είμαι η Νούλα Τσοκτουρίδου.

-Η γυναίκα του Γιάννη;

-Ναι.

-Τι θέλεις να πούμε; Ο άντρας σου σε στέλνει;

-Όχι. Μόνη μου έρχομαι. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο για τα έθιμα σας στον Πόντο και την προσφυγιά σας. Πρέπει όμως να με βοηθήσετε. Εσείς, η πρώτη γενιά των προσφύγων και να με πληροφορήσετε ότι θυμάστε. Αν μπορείτε φυσικά.

-Μπορούμε. Αλλά δεν είναι η ώρα κατάλληλη. Τώρα κάνω βόλτα τη γυναίκα μου, όπως βλέπεις. Θα έρθεις αύριο. Κατά τις οκτώ.

-Εντάξει. Ευχαριστώ. Αντίο σας!

-Αντίο!

Η επόμενη μέρα δεν άργησε να έρθει. Την ώρα που συμφωνήσαμε βρισκόμουν μαζί με ένα κοριτσάκι, την Χριστίνα, στο σπίτι του κ. Ηλία.

-Μη νομίζεις πως θα τελειώσουμε με μία φορά, μου είπε. Έχω πολλά να σου πω. Δεν λέγονται όλα σε μια-δυο ώρες. Θα ξανάρθεις πολλές φορές. Από πού θέλεις ν’ αρχίσουμε;

-Από τον γάμο σου. Θέλω να μου πεις όλα τα έθιμα σας στην Πατρίδα.

-Χμ! Από το γάμο μου! Μα, δεν έκανα μόνο ένα γάμο! Είμαι δευτεροπαντρεμένος με τη Λεμόνα.

Η Λεμόνα τον κοίταξε ενοχλημένη. Μου είχαν μιλήσει για το πόσο τον ζήλευε! Αφόρητα! Ακόμη και την πρώτη του γυναίκα που δεν ήταν πλέον εν τη ζωή!

-Εμείς, για ποιο γάμο σου θα μιλήσουμε; ρώτησα δειλά.

-Λεμόνα, φέρε κεράσματα στα κορίτσια! είπε της γυναίκας του και στην απομάκρυνση της μου ψιθύρισε: -Είναι πολύ ζηλιάρα! Μη κάνεις αδιάκριτες ερωτήσεις. Θα σου λέω μόνο όσα πρέπει.

-Εντάξει! συμφώνησα.

-Άκου, λοιπόν, κορίτσι μου! Εκείνοι που καθόριζαν πότε θα γινόταν ένας γάμος, ήταν οι γονείς των μελλόνυμφων. Και να ξέρεις! Σε περίπτωση Σαρακοστής, δεν γινόταν ποτέ γάμος. Ο κουμπάρος καθοριζότανε από τον γαμπρό και οι προσκεκλημένοι από τους γονείς των μελλόνυμφων. Όπως σου είπα, είμαι δευτεροπαντρεμένος. Ο πρώτος μου γάμος έγινε στην Τραπεζούντα. Ήμουν ορφανός. Έτσι, τον πρώτο μου γάμο τον κανόνισαν ο παππούς και η γιαγιά μου, γιατί γνώριζαν πως η νύφη είχε καλή οικονομική κατάσταση. Όταν παντρεύτηκα, λοιπόν, ήμουν εννέα χρόνων και η γυναίκα μου επτά.

-Τόσο μικρός; Μα, ήσασταν ανήλικα!

-Τότε, οι γονείς πάντρευαν μικρά τα παιδιά, γιατί φοβόντουσαν από την αρπαγή των παιδιών από τους Τούρκους.

-Πότε έγινε ο γάμος σας;

-Ως συνήθως οι γάμοι γίνονταν τον μήνα Ιανουάριο και ημέρα Κυριακή. Τον ίδιο μήνα και την ίδια μέρα κανόνισαν να γίνει κι ο δικός μου γάμος. Καλέσαμε όλους τους κατοίκους του χωριού, λίγες μέρες νωρίτερα, με άσπρα κεριά, τα οποία μοίραζε ένα μικρό παιδί.

-Πότε γίνονταν οι προετοιμασίες του γάμου;

-Οι προετοιμασίες του γάμου γίνονταν από την Πέμπτη. Συγγενείς και φίλοι έκαναν πίτες, τις οποίες κοσμήσανε με μεταξωτές τριγωνικές κλωστές. Έχεις δει ποτέ σου τέτοιες πίτες;

-Όχι.

-Τις ονομάζαμε «τριγώνια».

-Γιατί;

-Επειδή είχαν σχήμα τριγωνικό. Συμβόλιζαν τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Ο παπάς ευλογούσε τις πίτες με κόσκινο, μέσα στο οποίο έριχναν όλοι χρήματα.

-Ποιο ήταν το έθιμο σας όσον αφορά το κάλεσμα του κουμπάρου;

-Τον προσκαλούσαμε με ένα μπουκάλι τσίπουρο στολισμένο με κορδέλα και κερί.

-Πότε ήρθαν οι καλεσμένοι;

-Οι προσκεκλημένοι ήρθαν την Κυριακή το πρωί. Έτρωγαν, έπιναν και γλεντούσαν με τη συνοδεία της λύρας, του νταουλιού και της ζουρνάς χορεύοντας ταυτόχρονα ποντιακούς χορούς.

-Ποιους;

-Σέρα, τικ, ομάλ, αποπάνκεκα, τρυγόνα, μητερίτσα, Λεμόνα, το μακρύν, ο Γιάννες ο Μονόγιαννες, ο Μάραντον, τσι τρίχας το γεφύριν, τα ευζωνάκια, τα ρόδα τα τριαντάφυλλα, τα σαράντα παλικάρια, ο στραβογιώρης, το «σηκώνομαι πρωί-πρωί, δυο ώρες πριν μερώσει, παίρνω νερό και νίβομαι και παίρνω τ’ άρματα μου.κ.α.

-Τι ετοιμασίες έκαναν οι νοικοκύρηδες στο γάμο;

-Ετοίμαζαν και έφερναν 4-5 οκάδες μπαρούτι για τους «ντουφεκλήδες».

-Τι γινόταν μετά τα γλέντια και τους χορούς;

-Ακολούθησαν οι προετοιμασίες για το ξεκίνημα της νύφης.

-Πως έγιναν;

-Με είχαν βάλει να κάτσω σε μια καρέκλα και τύλιξαν στο λαιμό μου μια πετσέτα, αντί για μαντίλα, την οποία κρατούσαν επτά μονοστέφανα.

-Τι σημαίνει αυτό;

-Επτά ζευγάρια που ήρθαν μόνο σε πρώτο γάμο.

-Και τι έκαναν;

-Σχημάτισαν κύκλο χορεύοντας.

-Τι έγινε έπειτα;

-Κατόπιν με ξύρισε ο κουρέας, αφού προηγουμένως ρώτησε ο κουμπάρος τον κόσμο τρεις φορές: -«Με την άδεια σας, να τον ξουρίσουμε;» Εκείνοι απάντησαν δυο φορές:-«Δεν μπορείς» και την τρίτη φορά απάντησαν:-«Να τον ξουρίσεις». Άλλοι πάλι απάντησαν τραγουδώντας:-«Στολίστε τον αστόλιστο κι αυτόν ποιος θα στολίσει;» Επειδή, όμως, ήμουν ορφανός, ο κόσμος δεν απάντησε όπως γινόταν συνήθως:-«Ας είναι καλά ο κύρης του, αυτός θα τον στολίσει», αλλά απάντησαν:-«Ας ειν’ καλά η γειτονιά και όλη η αρχοντιά, αυτόν που θα στολίσει».

-Τι έγινε μετά το ξύρισμα; Φυσικά, θα ήταν εικονικό. Έτσι δεν είναι;

-Ασφαλώς. Μετά, ο παππούς μου με έντυσε και όλοι οι συγγενείς με δώρισαν μαντήλια και χρήματα.

-Πως λεγόταν όλη αυτή η διαδικασία με το ξύρισμα και το στόλισμα του γαμπρού;

-«Στρούλιγμαν».

-Τι έγινε μετά;

-Ήμασταν όλοι επί ποδός για να πάμε στο «νυφέπαρμα». Δηλαδή να πάρουμε τη νύφη από το σπίτι της.

-Πως έγινε όλο το έθιμο;

-Μου έφεραν ένα άλογο με δεμένο άσπρο μαντήλι στο μέτωπο του. Έδεσαν στον βραχίονα μου ένα κεντημένο μαντήλι. Ήρθαν και οι παράνυφες, σκεπασμένους με βέλους και ντυμένες με τα νυφικά τους. Ήρθαν και οι παράγαμπροι με τα τουφέκια τους. Ήρθε και μια τραγουδίστρια και όλοι μαζί ξεκινήσαμε συνοδεία για το νυφόπαρμα. Από πίσω μας ακολουθούσε ο κόσμος. Προχωρούσαμε στο δρόμο με μουσική και πυροβολισμούς για να δώσουμε μεγαλοπρέπεια σε όλη την πομπή.

-Τι έγινε όταν φτάσατε στο σπίτι της νύφης;

-Προτού κατέβω από το άλογο, για να μπω στο σπίτι της νύφης, σταύρωσα το ανώφλι της πόρτας μ’ ένα μαχαίρι, το οποίο μετά εκσφενδόνισα πάνω από τη στέγη, σε μακρινή απόσταση.

-Τι σήμαινε αυτό;

-Ήθελα να δείξω ότι ήμουν σε θέση να προστατεύσω και να κάνω ευτυχισμένη την σύντροφο της ζωής μου.

-Τι έγινε μετά;

-Τα παιδιά και οι νέοι έτρεξαν να πάρουν το μαχαίρι κι εκείνος που πρόλαβε και το’ πιασε πρώτος, το παρέδωσε στον κουμπάρο και πήρε απ’ αυτόν «μπαχτσίς», δηλ. φιλοδώρημα. Κατόπιν βγήκε η πεθερά μου από το σπίτι της κρατώντας ένα δώρο για μένα, το οποίο και μου έδωσε, παίρνοντας από τη μέση μου τις δεμένες πίτες που είχα και δένοντας πάνω μου το δικό της δώρο.

-Τι έγινε έπειτα;

-Ο κόσμος άρχισε να χορεύει. Εγώ, μαζί  τον κουμπάρο και τους γέροντες πήγα μέσα στο σπίτι της νύφης και κατάφερα να αποσπάσω έναν δίσακκο από τον κόσμο με πολύ δυσκολία και μικροαντιρρήσεις.

-Τι υπήρχε μέσα στον δίσακκο;

-Πίττες, μεζέδες, ρούχα της νύφης και τσίπουρο, το οποίο ονομαζόταν «Αλεπός». Από πριν, ο κόσμος της νύφης μας έλεγε ότι «ο Αλεπός έφυγε» και πολλά άλλα παρόμοια. Κάποιος από το σόϊ της νύφης μας είπε ότι βρήκε τον «Αλεπόν» και διασκεδάζοντας ήπιαμε όλοι μαζί τσίπουρο από την κοιλιά του «Αλεπού», ενώ ο κόσμος έξω διασκέδαζε χορεύοντας, τρώγοντας και πίνοντας από τις ετοιμασίες της νύφης.

-Τι έγινε με τα ρούχα της νύφης;

-Τα ευλόγησε ο παπάς, τα έδωσε στον κουμπάρο κι εκείνος με τη σειρά του στη νύφη να τα φορέσει.

-Που ήταν η νύφη;

-Ήταν κρυμμένη στην κάμαρα της. Πήγε και την πήρε ο παπάς, ο οποίος την έφερε έξω και στεφανωθήκαμε.

-Η στέψη έγινε στο σπίτι της νύφης;

-Ναι.

-Και μετά τη στέψη;

-Φώναξε ο κουμπάρος:-«Ελάτε φίλοι και συγγενείς, η νύφη θέλει δώρα». Η νονά της νύφης κρατούσε μπροστά στη νύφη έναν δίσκο κι ο κουμπάρος φώναξε πάλι:-«Η νύφη δεν τρώει, δώρα θέλει». Οι οργανοπαίχτες χτύπησαν ένα καθιερωμένο σκοπό για το «χάρισμα» και ήρθαν όλοι να μας χαιρετήσουν και να μας χαρίσουν γρόσια. Τα χρήματα που μας χάρισαν όλοι, τα κράτησε ο κουμπάρος, για να τα εκμεταλλευτεί με τόκο και υπέγραψε και σχετικό ομόλογο με την υπογραφή δύο μαρτύρων. Τα χρήματα εκείνα σε περίπτωση διαζυγίου ανήκαν στη νύφη.

-Τι ακολουθούσε μετά απ’ αυτό το έθιμο;

-Το «θύμισμα».

-Δηλαδή;

-Η νύφη κι εγώ μαζί με τα επτά μονοστέφανα ζευγάρια μπήκαμε στο χορό.

-Τι τραγούδι τραγουδιότανε στο χορό εκείνο;

-Θα το πω. Τραγουδιότανε με ερωταπόκριση, συνοδεία από δύο ομίλους της λύρας.   

«Κόρη, ντο είχες κι έργεβες, ντο είχες κι εργοπόρνες;

Είχα τον κύρη μ’ κι έργεβα, είχα τον κι εργοπόρνα.

Κόρη, ντο είχες κι έργεβες, ντο είχες κι εργοπόρνες;

Είχα την μάνα μ’ κι έργεβα, είχα τεν κι εργοπόρνα.

Κόρη, ντο είχες κι έργεβες, ντο είχες κι εργοπόρνες;

Είχα τ’ αδέρφια μ’ κι έργισα, είχα τα κι εργοπόρνα.

Άφη κόρη τον κύρη σου και κάνε άλλον κύρη.

Άφη κόρη τη μάνα σου και κάνε άλλη μάνα.

Άφη κόρη τ’ αδέρφια σου και κάνε άλλα αδέρφια.

Κόρη, τίμα τον πεθερό σ’ ασόν κύρη σ’ καλλίον

Τίμα και τ’ αντραδέρφια σου ασ’ αδέρφια σ’ καλλίον.

Τρανόν σταμνίν μη δίτα τεν, τσουρόν το πεγάδ’ κι έρται.

Μακρύν σκοινίν μη δίτα τεν, φορτούται τ’ ορμάν κι έρται.»

 Αυτά! Πρέπει να φροντίσω όμως τώρα τη Λεμόνα μου. Να την ετοιμάσω να φάμε και να κοιμηθούμε. Άλλη φορά θα πούμε περισσότερα.

-Καλό βράδυ, είπαμε και φύγαμε.

Κάπως, όμως, σε κάποια φευγαλέα μου ματιά, συνέλαβε η ματιά μου την ζηλόφθονη ματιά της Λεμόνας στον άντρα της. Ασφαλώς δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου ευχαριστημένη, που ο άντρας της μιλούσε για το γάμο της πρώτης του γυναίκας κι όχι για τον δικό τους.

Την επόμενη φορά σκέφτηκα πως έπρεπε να αναφερθώ και στον δικό τους γάμο. Έπρεπε όμως να κλείσω κι άλλες συνεντεύξεις και ο επόμενος σταθμός μου ήταν η Δέσποινα Λαγοπούλου.

Βγαίνοντας από την πόρτα, καθώς μας ξεπροβόδιζε ο κ. Ηλίας, τον ρώτησα:

Τι ήξερες εσύ εννέα χρονών από γυναίκα;

-Τίποτα, μου απάντησε. Την αγκάλιαζα αθώα και τρέχαμε στις βοσκές και στα χωράφια.

-Και πότε κατάλαβες τι έπρεπε να κάνεις;

-Σε ηλικία δεκαεπτά ετών. Όταν ήρθαν οι Ρώσοι και μας ελευθέρωσαν. Τότε είδα έναν Ρώσο τι έκανε πίσω από κάτι βράχους μια Ρωσίδα και πήγα και το έκανα κι εγώ.

-Σσσς.. Θα μας ακούσει η Λεμόνα. Καληνύχτα.

-Καληνύχτα σας.

 

41.0883123.542815