ΠΑΡΗΓΟΡΙΔΗΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ – Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΚΑΙ ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ – (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΑ ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ)

ΠΑΡΗΓΟΡΙΔΗΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ – Ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΚΑΙ ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ – (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΑ ΤΣΟΚΤΟΥΡΙΔΟΥ)

Αγαπητοί φίλες και φίλοι
 Το ιστολόγιο ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ (της Παρθένας Τσοκτουρίδου) κάνει μνεία στην σελίδα του ένα αληθινά αξέχαστο άνθρωπο, με πάθος και μεράκι στην ποντιακή παράδοση, που άφησε εποχή στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό.
Ο Σωκράτης Παρηγορίδης υπήρξε ο αείμνηστος χοροδιδάσκαλος των ποντιακών χορών των Κομνηνών και όχι μόνο. Δάσκαλοι του ήταν οι: Ευθυμιάδης Ευθύμιος από τη Δράμα και Μιχάλης Καράβελας από την Κρήτη.
Έμαθε στους ποντιακούς χορούς σε ηλικία μόλις 14 χρόνων μέσα σε 5 μήνες. Σε ηλικία 16-17 ετών μπήκε ως βοηθός χοροδιδάσκαλου για 2 χρόνια στην Εύξεινο Λέσχη Πτολ/δας. Ανέλαβε εκείνο το διάστημα την εκμάθηση των ποντιακών χορών και στα παρακάτω μέρη: Κομνηνά, Λακκιά, Έδεσσα, Άρνισσα, Κοζάνη, Ακρινή, Ασβεστόπετρα, Κλείτος και Καλλιτεχνική Στέγη Πτολ/δας.
Δίδαξε στη Λαϊκή Επιμόρφωση για τρία χρόνια και είχε σπουδαία δράση και στις χώρες του εξωτερικού, όπως: Σουηδία, Δανία, Αμερική, Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Γαλλία κ.α. Συνόδεψε τα ποντιακά συγκροτήματα Κομνηνών, Άρδασσας και Λακκιάς στους Ολυμπιακούς αγώνες, που έγιναν στο Παναθηναϊκό Στάδιο Αθηνών. Βραβεύτηκε με το χρυσό μετάλλιο της ποντιακής λύρας στο Αλεξάνδρειο Μέγαρο, το οποίο σήμερα τιμάει η αδερφή του φορώντας το.
Επίσης, να αναφέρουμε πως το ποντιακό χορευτικό συγκρότημα Κομνηνών είχε βγει πρώτο στην Τσεχοσλοβακία ανάμεσα στα 11 άλλα που συμμετείχαν τότε σε διαγωνισμό παραδοσιακών χορών.
Στα Κομνηνά ο Σωκράτης είχε συγκροτήσει χορευτικό ποντιακό συγκρότημα που απαρτιζότανε από 70 νέους και νέες.
Οι τότε στόχοι του, κατόπιν συνέντευξης μου, ήταν οι εξής:
Α) Να διατηρηθούν οι ποντιακές παραδόσεις,
Β) Να αναγνωρισθεί από το κράτος ο ποντιακός ελληνισμός και
Γ) Να επιμορφωθεί η γ’ και δ’ γενιά με τους ποντιακούς χορούς ώστε να μη λησμονηθούν.
Το παρακάτω ποίημα με τίτλο: «Το χωριό μου τα Κομνηνά» απαγγέλθηκε από εμένα την ίδια, σε ειδική εκδήλωση που διοργάνωσα, μετά το θάνατο του, ως Πρόεδρος του Ποντιακού Πολιτιστικού Συλλόγου Κομνηνών, στις καθιερωμένες πολιτιστικές εκδηλώσεις του Πενηνταήμερου και κατασυγκίνησε όλον τον κόσμο, γιατί αποκαλύφθηκε και μια άλλη πτυχή του Σωκράτη, η ποιητική, η οποία ήταν άγνωστη σε όλους.
Το ποίημα του αυτό μου το παρέδωσε η αδερφή του Σωκράτη, η Δήμητρα, η οποία το εμπιστεύθηκε μόνο σ’ εμένα κι εγώ με τη σειρά μου, σας το δημοσιεύω, κατόπιν συμφωνίας μας που προηγήθηκε. Ασφαλώς γράφτηκε μετά την περίοδο που το χωριό είχε πληγεί από σεισμό που επέφερε πανικό και όλεθρο σε όλη την περιοχή της Κοζάνης. Στο ποίημα παρατηρεί κανείς την έντονη θρησκευτικότητα που χαρακτήριζε τον ποιητή και την υπερβολική αγάπη του για το χωριό του.
Οφείλω να πω ένα μεγάλο δημόσιο ευχαριστώ στην αδερφή του Δήμητρα για την εμπιστοσύνη, την αφοσίωση και την αγάπη μου έδειξε όλα αυτά τα χρόνια, όχι μόνο αυτή, αλλά και ο αδερφός της Σωκράτης, ο οποίος διακρινότανε για το ήθος, την περηφάνια, τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπεια του ως δάσκαλος και ως άνθρωπος.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ επίσης και στον ίδιο, όπου κι αν βρίσκεται το πνεύμα του τώρα και το αντιλαμβάνεται, για όλη τη βοήθεια και τη στήριξη του όλα τα χρόνια της ζωής του στο άτομο μου, καθώς επίσης και για την αγάπη, την εμπιστοσύνη, τη φιλία και την πίστη του όχι μόνο σε μένα αλλά και στην οικογένεια μου.
Σ’ ευχαριστώ Σωκράτη!

ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΤΑ ΚΟΜΝΗΝΑ
Χωριό μου όμορφο καλό, Κομνηνά, αγαπημένο
εσένα σ’ ευλόγησε ο Θεός να είσαι ευτυχισμένο.
Κι αν σε λένε Κομνηνά, σαν κρίνο ανθισμένο
σε χίλια μύρια ευλογημένο
που ο άγγελος κρατούσε και την Παναγιά μιλούσε.
Ήσουνα όμορφο χωριό, είχες αυλές ωραίες
θυμάμαι που υψώναμε τις γαλανές σημαίες.
Και όταν χόρευαν οι Πόντιοι στην εκκλησιά απ’ έξω
χαιρόμουνα και έλεγα, τι μένει να ζηλέψω.
Ο Άϊ – Νικόλας απ’ τη μια μεριά,ο Άϊ – Νούφρης απ’ την άλλη
στην μέση και ο Αηλιάς κι η χάρη τους μεγάλη
και πιο εκεί στον Άϊ – Παντελεήμονα φυτρώναν
θυμάμαι που τα μύριζαν των Κομνηνών κορίτσια.
Έβγαλες παιδιά παντάξια και δόξασαν τ’ όνομα σου
και όπου πήγαν, γύρισαν, πλάι στην ομορφιά σου.
Βγάζεις ανθρώπους ικανούς, ανθρώπους μυαλωμένους
ανθρώπους που σταθήκανε κοντά στους πονεμένους.
Ξέρουν τι πάει να πει χαρά, τι πάει να πει και πόνος
τι πάει να πει και συντροφιά, τι πάει να πει και μόνος.
Τα ξέρω όλα τα παιδιά που βγήκαν από σένα
είναι παιδιά φιλότιμα, όλα τους ένα και ένα.
Κομνηνά μου είσαι όμορφο, τα λένε κι οι Απόστολοί σου
το λέει και ο Άι – Λευτέρης σου και η Αγία Τριάς σου.
Μας έθρεψες, μας πότισες, μας έκανες ανθρώπους
όμως εμείς σ’ αφήσαμε, πήγαμε σ’ άλλους τόπους.
Κάναμε σπίτια όμορφα, καλές επιχειρήσεις
όμως για σένα αγάπη μου μετρούν οι αναμνήσεις.
Κομνηνά, είσαι αμυγδαλιά που ανθίζεις το Γενάρη
είσαι τα ρόδα του Μαγιού, της Πασχαλιάς η χάρη.
Το  χώμα σου το ευλόγησε της Θεοτόκου η χάρη
και ήσουν μέσα στο Νομό, τις πόλεις μας, καμάρι.
Εσένα σε βλόγησε ο Θεός μα και σε ζήλεψε ο σεισμός.
Ήταν του Μάη δεκατρείς και ώρα μεσημέρι
σε χτύπησε ο εγκέλαδος με δίκοπο μαχαίρι.
Ράγισε και τα σπίτια σου, την όμορφη εκκλησιά σου
το όμορφο σχολείο μας και ράγισε η καρδιά μου.
Δεν θα το ήθελε ο Θεός, Κομνηνά μου, εσύ να σβήσεις
είναι γραμμένο από ψηλά, χρόνια πολλά να ζήσεις.
Να βγάλεις τέκνα ικανά, όπως και πρώτα είχες
-«Σας έθρεψα, σας πότισα», κάποτε μου το είπες.
Έκλαψα που σ’ αντίκρισα, πόνεσε η ψυχή μου
Κομνηνά, είσαι πανέμορφο, σε αγαπώ, καλό μου.
Σου χάλασε την ομορφιά η δεκατρείς του Μάη
όμως με σένα, αγάπη μου, η ασχημιά δεν πάει.
Είσαι λεβεντογέννα γη, σε πότισα ιδρώτα
γι’ αυτό και πάλι θα σε δω, πως ήσουνα και πρώτα.
Είδα το Χριστό να μας μιλά, την Παναγιά να κλαίει
-«Γιέ μου, φύλαξε τα Κομνηνά», η Παναγιά να λέει.
«Δείξε μέγα έλεος, ποτέ κακό μη δούνε
αυτούς να βοηθήσουμε, καλό για να εβρούνε».
Ο Αϊ – Κωνσταντίνος φώναξε και είπε στη Θεοτόκο
-«Τι έχεις, Θεοτόκε μου και είσαι λυπημένη;
Τι έχει και το Ιερό και είναι ραγισμένο;
Τι έχουν τα καντήλια σου και είναι σβηστά το βράδυ;
Μήπως τα σπίρτα έχασες, μήπως δεν έχεις λάδι;
Σε βλέπω από κει ψηλά, είσαι μες στο σκοτάδι.
Ποιοι είναι αυτοί που στέκονται μες στις αυλές παρέα
ποιοι είναι και κοιμήθηκαν ξεσκέπαστοι στα χόρτα;»
-«Έλα Άι – Κωνσταντίνε μου καλέ και άσε τις ερωτήσεις
βάλε κι εσύ το χέρι σου λίγο να βοηθήσεις.
Εμάζεψα τους χωριανούς για να τους βοηθήσω
και με βοήθεια Θεού, όλους να ελεήσω.
Εδώ θα στήσουν τις σκηνές, θα βάλουν και σημαία
ώσπου να γίνει το χωριό, θα ήμαστε παρέα».
Αφού εκείνα λέγανε και τούτα και τα άλλα
έφτασε και ο Αηλιάς στο άρμα του καβάλα.
Ήρθε και η Αγία Τριάς μαζί και με τους άλλους
πήγανε και καθίσανε κάτω στις ακακίες.
Πέρασαν απ’ την Παναγιά, την βρήκαν ραγισμένη
τους φάνηκε πως ήτανε πολύ κατεστραμμένη.
Αυτοί ήταν οι Άγιοι μα αυτές και οι Αγίες
που χρόνια προσκυνούσαμε σ’ αυτές τις εκκλησίες.
Και όλοι μαζί τα είπανε να φτιάξουν το χωριό τους
πρώτα το χέρι του Θεού, μετά και το δικό τους.
Στην Θεοτόκο απέναντι είναι και το σχολείο
έχει μεγάλες αίθουσες και ένα καλό γραφείο.
Θυμάμαι που καθόμουνα στο δεύτερο θρανίο.
Είναι μεγάλο, φτωχικό, μα έχει μέσα θησαυρό.
Χαρτιά πολλά δεν είχαμε, τετράδια, μολύβια
ήμασταν πολλά παιδιά σε μια κατάσταση ίδια.
Είχαμε και για δάσκαλο εμείς τον Κολουμπρίδη
ειλικρινής και ακούραστος, δούλευε με μεράκι.
Συνεργασία πάντοτε είχε με τους γονείς μας
αυτός που μας εδίδαξε της αρετής το δρόμο.
Και για πατρίδα και θρησκεία ορκιστήκαμε σ’ αυτούς
πως θα ήμαστε για πάντα πιο πιστοί κι απ’ τους πιστούς.
«Να’ ξερα πουν’ το σπίτι σου να στείλω δυο λουλούδια
και μες στα τριαντάφυλλα δυο δίστιχα τραγούδια».
Αυτά που μ’ έμαθε αυτός να γράφω και να λέω
σήμερα τον θυμήθηκα κι αυτήν την ώρα κλαίω.
Είδα εγώ το σπίτι μας το μισοραγισμένο
το κοίταξα, με γνώρισε κι έκλαιγε το καημένο.
Κοίταξα γύρω στην αυλή, τα πάντα μαραμένα
τριανταφυλλιές και πασχαλιές, διψούσαν τα καημένα.
Και των γονιών μου το χωριό που κάποτε μιλούσε
τώρα θλιμμένο κι έρημο κρυφά μοιρολογούσε.
Μας έφυγαν οι χωριανοί, μας έκλεισαν τα σπίτια
που’ ναι τα γέλια κι οι χαρές που’ χαμε μες στα σπίτια!
Εμείς εδώ θα μείνουμε έστω και διψασμένοι
τον τόπο να φυλάγουμε για να’ ρθουν ξενιτεμένοι.
Ο ιερέας έκλαιγε δίπλα στην εκκλησία
και η Παναγιά τον φώναξε «πάτερ, θα γίνουν πάλι»!
Έκλαιγε πάλι ο παπάς σ’ όλους τους χωριανούς μας
και η Παναγιά πλησίασε και κάθισε παρέα.
-«Τι κλαις, αφέντη μου καλέ, τι λέει η αφεντιά σου
αν γλίτωνε η εκκλησιά κι έχανες τα παιδιά σου;
Μη κλαις παπά, μη κλαις, ευλογημένε,
θ’ ανοίξουμε τις εκκλησιές, θα’ ρθουν και οι ψαλτάδες
θα βγούν τα εξαπτέρια σου, θα πεις και βαγγέλια
θα βγεις με το δισκοπότηρο, θα βγεις με τριοκέρι
θα’ ρχονται πάλι οι χριστιανοί να σου φιλούν το χέρι».
Γέλασε τότε ο παπάς και είπε στην Παναγία
-«Εμείς, μαζί θα φτιάξουμε αυτήν την εκκλησία».

Για τους αναγνώστες
Παρθένα Τσοκτουρίδου