Η ξενιτιά την ποντιακή μούσα (της Παρθένας Τσοκτουρίδου).

Η ξενιτιά την ποντιακή μούσα
(της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Στο παρακάτω ποίημα εκφράζεται η ιδιαίτερη και παράξενη ψυχολογική κατάσταση του άρρωστου ξενιτεμένου που νοσταλγεί στη σκέψη του μέσα από μια έντονη ψυχική συγκίνηση τον έρωτα κοπέλα από τη γειτονιά του, αφού πρώτα νοσταλγεί άνθρωπο από το σπίτι του, χώμα από την αυλή του, νερό από τη βρύση και μια φέτα ψωμί από το χωράφι που έσπειρε. Είναι τα νοσταλγικά σαλπίσματα του παρελθόντος που γίνονται μηνύματα για το παρόν και το μέλλον.

Ποίημα στην ποντιακή διάλεκτο:
«Ξένος σα ξένα ερρώστεσεν»

          Ξένος σα ξένα ερρώστεσεν χρόνον και πέντ’ ημέρες
Κι αρρωστικά ψαλάφανεν ντι κι’ ειν’, ντο ´κι ευρισκούνταν.
Θέλει αγρελαφί τυρίν κι’ άγρεν προγάτας γάλαν.
Θελ’ ας’ οσπίτ’ν ατ’ άνθρωπον κι ασήν αυλήν ατ’ χώμαν
Κι ασό πεγάδ’, ντο έχτισεν, έναν χουλιάρ’ νερόπον
Κι ασό χωράφ’, ντο έσπειρεν, έναν φελίν ψωμόπον.
Θέλει και τρεις ´κοδέσπενες σουμά ´ς σην γειτονίαν.
Είνας να φερ’τ’ ανάραντζον, πία τον κυδωνιάτεν
Κι η Τρίτη, η καλύτερη ροδόσταμαν σο ≤έρι.
-Σουκ, ξένε, φα τ’ ανάραντζον, πία τον κυδωνιάτεν
Και λουστ’ με το ροδόσταμαν, να φερτ’ς εσύ την ύα σ’.
-´Κι θέλω εγώ τ’ ανάραντζον, ούτε τον κυδωνιάτεν
´Κι λούσκομαι ροδόσταμαν, να φέρω εγώ την ύα μ’.
Θέλω ασοί δύος φίλεμαν και ασήν μικρήν αγκάλâν.

          Ποίημα μεταφρασμένο στην νεοελληνική:
«Ξένος στα ξένα αρρώστησε»
Ξένος στα ξένα αρρώστησε χρόνο και πέντε μέρες
Και ζήταγε φαγώσιμα, ‘κείνα που δεν υπάρχουν.
Ποθεί αγριοελαφιού τυρί κι αγριοπροβάτας γάλα.
Θέλει απ’ το σπίτι του άνθρωπο κι απ’ την αυλή του χώμα
Κι απ’ τη βρυσούλα, που έχτισε, μια κουταλιά νεράκι
Κι απ’ το χωράφι, που έσπειρε, να’ χει ψωμί μια φέτα.
Θέλει και τρεις ΄κοδέσποινες από την γειτονιά του.
Νεράντζι να του φέρει η μια κι άλλη χυμό κυδώνι
Κι η τρίτη, η καλύτερη, ροδόσταμα στο χέρι.
-Να ξένε, το νεράντζι σου κι ο κυδωνοχυμός σου
Λούσου με το ροδόσταμα, να φέρεις την υγειά σου.
-Δεν πίνω κυδωνοχυμό, δεν τρώγω το νεράντζι
Κι ας λείψει το ροδόσταμα, που θα γιατρέψει εμένα.
Φίλημα θέλω απ’ τις δυο κι απ’ τη μικρή αγκάλη.
όμως