«Η ΚΑΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ ΧΤΥΠΑΕΙ ΣΤΟ ΒΕΡΜΙΟ» (Ομιλία της Παρθένας Τσοκτουρίδου, την Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013, σε παρουσίαση του βιβλίου της από την «Αμφικτυονία Ελληνισμού» και την «Παγκρήτια Αδελφότητα Μακεδονίας» στην Αίθουσα Κρητών Θεσ/νίκης)

Θεωρώ πως ασχολήθηκα μ’ αυτό το συγγραφικό έργο που  σας παρουσιάζεται σήμερα  με ιδιαίτερη σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Είναι  μια προσπάθεια να προσεγγίσω σε λογοτεχνικό ύφος την ιστορία, τη λαογραφία και τη λαϊκή παράδοση των προγόνων μου.

Γιατί; Επειδή ο προσφυγικός Ελληνισμός του Πόντου είναι ένα θέμα επίκαιρο, ζωντανό και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας μας, που κάνει τον καθένα μας γνωρίζοντάς το να νιώθει μέρος του συνόλου του με συγκεκριμένες ρίζες και ταυτότητα.

Δεν γνωρίζω κατά πόσο ή σε ποιο βαθμό κατάφερα τούτη την προσέγγιση. Πήρατε, βέβαια, μια ιδέα από τους προλαλήσαντες ομιλητές και από την ανάγνωση κάποιων αποσπασμάτων του έργου,  αλλά θέλω κι εγώ με τη σειρά μου ν’ αναφερθώ λίγο στο περιεχόμενο τούτου του βιβλίου και να σας το εκθέσω.

Ο τίτλος και μόνο του βιβλίου, σας προδιαθέτει φαντάζομαι, ν’ αναρωτιέστε ΓΙΑΤΙ χτυπάει η καμπάνα του Πόντου στο Βέρμιο, ΠΟΙΑ και ΤΙ  είναι η καμπάνα αυτή, ΓΙΑΤΙ είναι του Πόντου και όχι καμιά άλλη, ΠΏΣ χτυπάει και  ΠΌΤΕ.

Εύλογα ερωτήματα που αναζητούν τις απαντήσεις τους στους  παππούδες θα έλεγα και στις γιαγιάδες, που αναφέρονται αρχικά πάνω στα «παρχάρια» του Βερμίου και διηγούνται τις παλιές δοξασμένες μέρες στην πατρίδα τους, τον Πόντο, ζωντανεύοντας μες στο μυαλό τους θρύλους με τις μάγισσες και τα υπόλοιπα ξωτικά και δαιμονικά στοιχεία της φύσης και τα οποία ομολογουμένως είναι αληθινά γεγονότα, που σας μεταφέρω δια στόματος των προσφύγων της πρώτης γενιάς ατόφια με τη γραφή μου.

Άσχετα με το γεγονός πως η σημερινή αμφισβήτηση της παράδοσης από κάποιο μέρος της νεολαίας εστιάζεται στο ότι αυτή θεωρεί «συντήρηση» κάθε τέτοιου είδους συγγραφική προσπάθεια, επιμένοντας κι εγώ στην πολιτισμική μας παράδοση, μεταδίδω τα  φώτα μου σ’ αυτήν, με σκοπό ν’ αφυπνίσω την εθνική συνείδηση και να διατηρήσω άσβηστη κι αναλλοίωτη την ανάμνηση των ιδιαίτερων Πατρίδων των προγόνων της.

Το πόσο συγκλονιστική είναι η αφήγηση σ’ ένα ταξίδι των προσφύγων στη Ρωσία και στον Πόντο από τον εδώ ελλαδικό χώρο, για τη μεταφορά και λειτουργία καμπάνας, τα θυμοσοφικά με τον Τσιλφόγλη και τα απομνημονεύματα του κυρ-Κώστα που χαρακτηρίζουν μέρος της λαογραφίας και της ιστορίας της ζωής των Βερμιωτών προσφύγων στον Πόντο, καθώς και η Μονή της Παναγίας Σουμελάς του Πόντου, που είναι στο θρησκευτικό επίκεντρο το σημείο αναφοράς των Ποντίων προσφύγων, με μια  αιώνια και παντοτινή στροφή πάντα στο ιστορικό τιμόνι του χρόνου, το αφήνω να το κρίνετε εσείς οι αναγνώστες.

Ερχόμενη σε προσωπική επικοινωνία, πριν από 20 χρόνια, με τους λιγοστούς ανθρώπους των «παρχαρίων», τους εναπομείναντες από την Α΄ προσφυγική γενιά, τους ονομαζόμενους «παρχαρέτες», μεταδίδω την εξιστόρηση εκείνων των πονεμένων νοσταλγών από περιπλανημένες αναμνήσεις, ιστορικές θύμησες και πνευματικές εξομολογήσεις στις νεότερες γενιές για να μαθαίνουν και στις προγενέστερες για να θυμούνται.

Το πόσο σημαντικές είναι οι αφηγήσεις για τα γεγονότα της ανταλλαγής των πληθυσμών, οι διηγήσεις για τα εφιαλτικά μαρτύρια από τις απάνθρωπες εκτελέσεις των Ποντίων, οι θάνατοι από τα δεινοπαθήματα, που είναι ένα θαύμα από τον Θεό για το πώς επέζησαν κι οι ίδιοι, το αφήνω και πάλι στην κρίση σας.

Πρωταγωνιστούν: η διάσωση των λαϊκών και θρησκευτικών παραδόσεων, το σατιρικό θεατρικό δρώμενο των «Μωμόγερων», ένα έθιμο που αναδεικνύει την προσωπική οντότητα και την ιστορική προέλευση των προσφύγων του Βερμίου, οι άνθρωποι του τόπου, που είναι δημιουργικοί και συντελούν στη διατήρηση και διαιώνιση του Ποντιακού πολιτισμού, είναι χρήσιμοι στην κοινωνία κι επιδρούν αποφασιστικά στη θεμελίωση της αξιοπρέπειας του νεοελληνικού πολιτισμού, με τη μαγεία του ιστορικού και θρησκευτικού του μεγαλείου.

Η τέχνη του ποντιακού θεάτρου σφραγίζεται από την «Καμπάνα του Πόντου», μέσω της θεατρικής ενοποίησης και δράσης των παιδιών του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου, από τον Πολιτιστικό Ποντιακό τους Σύλλογο και μεταμορφώνεται σε φάρος της Ρωμιοσύνης εκεί πάνω στο εξαιρετικά θαυμάσιο κλίμα του Βερμίου. Γεγονότα αληθινά, που διαδραματίστηκαν συγκεκριμένα μέσα στο 2013 από όλη την τοπική κοινότητα των Κομνηνών του Βερμίου, μετά από οργάνωση, επιμέλεια και παρουσίαση της ομάδας που δημιούργησα προσωπικά η ίδια και η οποία φέρει τον τίτλο «ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ».

Ακόμη και σήμερα στις μέρες μας, η Ποντιακή μούσα λαλεί μέσα από τα στόματα των παιδιών στις ψυχές που πορεύονται στο επιβλητικό τοπίο του Βερμίου θριαμβευτικά, με απέραντη αγάπη και δέος στα ήθη και στις παραδόσεις.

Θαρρείτε όμως πως δεν υπήρξαν ξένοι διεκδικητές που θέλησαν να λεηλατήσουν ένα από τα έθιμα των Ποντίων Βερμιωτών; Τι κάνουν οι Βερμιώτες σ’ αυτήν την περίπτωση;  Πως αντιδρούν; Τι παρακαταθήκη έχουν από τους προγόνους τους; Πως χτυπάει η καμπάνα του Πόντου μέσω των απογόνων των προσφύγων Ποντίων; Καταφέρνουν τελικά να διασώσουν τις παραδόσεις τους;

Όλα αυτά τα ερωτήματα βρίσκουν τις απαντήσεις τους στο έργο αυτό, το οποίο αφιερώνω με ιδιαίτερη συγκίνηση στην ιερή μνήμη της προγιαγιάς μου Μαρίας που σκοτώθηκε στα βουνά κυνηγημένη από τους Τούρκους, στην ιερή μνήμη των συγγενών της γιαγιάς μου Παρθένας που πυρπολήθηκαν από τους Τούρκους μέσα σε βαρέλια, στην ιερή μνήμη όλων των Βερμιωτών παππούδων και γιαγιάδων, όσων αναπαύονται στα Νεκροταφεία και όλων όσων άφησαν τα ιερά τους κόκαλα στον Πόντο, όπου αποτελειώθηκαν από τα βάρβαρα κι εξοντωτικά μέτρα της λευκής σφαγής των Τούρκων, για ένδειξη φόρου τιμής και σεβασμού.

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός πως δεν σταμάτησα και δεν θα σταματήσω ποτέ μέσα από την συγγραφική και πολιτιστική μου δράση, όπως επίσης και τα λογοτεχνικά μου έργα, να ωθώ τη νεολαία και να την παροτρύνω να γνωρίσει  την εθνική της υπόσταση, όπως επίσης ν’ αγαπήσει και να σεβαστεί την πολιτισμική της κληρονομιά.

Το συγγραφικό εξάλλου τούτο πόνημά μου είναι δοσμένο σε παιδικό – νεανικό λογοτεχνικό ύφος και διαβάζεται ευχάριστα φυσικά κι από τους μεγάλους, φιλοδοξώντας πάντα να τους υπενθυμίσει τη λαογραφία και την ιστορία τους.

Γνωρίζοντας πως η ιστορία και η παράδοση είναι στενά δεμένες με το παρελθόν όλων μας και φτάνουν μέχρι σήμερα στην εποχή μας με νέες προοπτικές και λογοτεχνικές μορφές, προκειμένου να μεταφερθεί η αυτοσυνειδησία τους μέσα στον χώρο και στον χρόνο, θεωρώ ότι η εγκληματική έλλειψή τους στην εκπαίδευση, στους γονείς, στα ηλεκτρονικά μέσα, στις ανόητες διακηρύξεις κάποιων αλαζονικών διανοούμενων, καθώς και η παγκοσμιοποίηση, ο διεθνισμός και ο ξενόφερτος πολυπολιτισμός, μας οδηγούν στην απώλεια της ιδιαιτερότητάς μας ως λαός και έθνος και στην υποβάθμιση του εθνικού μας θησαυρού, που δεν είναι άλλος από την πολιτισμική μας κληρονομιά.

Θεωρώντας επίσης, πάντα, πως είναι χρέος μου, όπως και χρέος όλων μας, να επαγρυπνούμε για να διασώσουμε ό,τι πολυτιμότερο και αξιοπρεπέστατο κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, σας παρουσιάζω το συγγραφικό μου τούτο επίπονης προσπάθειας πόνημα, φιλοδοξώντας να καταφέρω με την ελάχιστη αυτή προσέγγισή μου για τις Αλησμόνητες Πατρίδες να δώσω τη δύναμη σε όλους εσάς τους  αναγνώστες – μικρούς και μεγάλους – να χτίσετε ως νέοι πνευματικοί ηγέτες, σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, το κεφάλαιο του υπέροχου πλούτου της παράδοσής μας στις σύγχρονες Βαβυλώνιες πόλεις της Ελλάδας.

Ειδικά για τη νεολαία φιλοδοξώ να χτίσουν τους νέους οικισμούς, που θα τη βοηθήσουν στην προσαρμογή της επιβίωσής της, εφόσον θα είναι στηριγμένη στη γνώση, στην εμπειρία, στην αλήθεια, την πρόοδο, το θάρρος της γνώμης και την αντιμετώπιση της βίας, πέρα από τις οποιεσδήποτε σκοπιμότητες, σχολικούς εκφοβισμούς ή απειλές, ανομίες και εφήμερα πρότυπα.