Τα «παρχάρια» (Από το βραβευμένο βιβλίο «Η καμπάνα του Πόντου χτυπάει στο Βέρμιο» της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Το άγριο, μυστηριακό κι ευλαβικά μοναχικό αίσθημα που πλανιότανε πάνω στο Βέρμιο, έσπασε μονομιάς με τον ερχομό πλήθους κόσμου από τις γύρω περιοχές.
Ήταν τα ανθρώπινα πλάσματα που ένιωθαν μέσα στο πετσί τους το στοιχείο της προσφυγιάς και της διατήρησης του πανηγυρικού εθίμου των «παρχαρίων» τους.
Σε μια λουρίδα γης έστεκαν νωχελικά κι απορημένα καμιά εκατοσταριά βοδινών ζώων και αιγοπροβάτων. Το ύφος τους ήταν λιγότερο πολυάσχολο και περισσότερο περίεργο. Ίσως και ρεβανσιστικό.
Μερικά γουρουνάκια-δραπέτες κυλιόντουσαν στις λάσπες-καταφύγια τους τόσο ανέμελα, που λες και είχαν μόνο εκείνα το προνόμιο να ρεμβάζουν τον καλοκαιρινό ήλιο και να αισθάνονται τη ζεστασιά του.
Κάπου μακριά, σε στενούς δρόμους-μονοπάτια, διέκρινε κανείς τους καβαλάρηδες πάνω στα άλογα τους ν’ αφήνουν χαρούμενα αχνάρια της χωμάτινης σκόνης στο ολοκάθαρο τοπίο.
Εύθυμες νεαρές και ηλικιωμένες γυναίκες, με μοντέρνα τακούνια και άνετα φαρδιά παντελόνια ή φορέματα, μοιράζονταν τα μυστικά της ζωής μεταξύ τους καμπουριάζοντας η μια δίπλα στην άλλη. Κάπου – κάπου χαζολογούσαν κιόλας – πότε πονηρά και πότε ανόητα – κάτω από τις αναστενιάρικες σκιές των πανύψηλων πεύκων.
Αστειεύονταν με το να χρησιμοποιούν κόλλα γλασέ αντί κραγιόν στα χείλη τους, την οποία κολλούσαν πάνω σ’ αυτά με το βρεγμένο σάλιο τους. Ήταν από τα παλιά έθιμα της Πατρίδας κι εκείνες ήθελαν να το διατηρήσουν.
Ίσιαζαν επίσης τα φρύδια τους με ελαφρόπετρα και παρασκεύαζαν από μόνες τους τις όζες για τα νύχια τους. Έβρισκαν ένας είδος μανιταριού, χρώματος κόκκινου, πράσινου και λοιπά. Έφτυναν πάνω στο μανιτάρι και κατόπιν το έτριβαν πάνω στις πέτρες με μια άλλη πέτρα. Έτσι σχηματιζόταν η όζα σε μορφή κρέμας, με την οποία έβαφαν τα νύχια τους με ξυλάκια.
Το πλύσιμο των ρούχων και των πιάτων το έκαναν με σταχτόνερο. Στα τηγάνια που κολλούσαν, έριχναν αλάτι. Κατόπιν ζέσταιναν το τηγάνι πάνω στη φωτιά, το έτριβαν με πανί κι έτσι καθάριζε. Όσο για το πλύσιμο του σώματος, αυτό γινόταν με σαπούνι από αγνό λάδι για τους άνδρες και με μοσχοσάπουνο για τις γυναίκες.
Εκείνη τη μέρα ο ήλιος με τους ορμητικούς κυματισμούς των παιχνιδιάρικων φώτων του λες και δημιουργούσε οπτικά μια σκληρή μοναξιά στα ψηλά τρίγωνα των βράχων του βουνού. Έδειχνε όμως να μαλακώνει ολοένα και περισσότερο όσο ο βασιλιάς του φωτός σκαρφάλωνε σιγά – σιγά πλέον κι επιβαλλότανε με τη λαμπρότητα του πάνω τους.
Κανένα ζωντανό ον δεν βάδιζε εκείνη τη μέρα με κεφάλι σκυφτό. Απεναντίας! Στο ζωικό κι ανθρώπινο εκείνο ποτάμι της ζωής παρακολουθούσε κανείς στα ρεύματα της ανθρώπινης ύπαρξης την ευθυμία, τη χαρά, το γέλιο, την ελευθερία, την ξενοιασιά.
Η εικόνα εκείνη της αρμονίας και η αγάπη του όμοιου προς τον ανόμοιο ανήκε στην οικογενειακή ιστορία του βουνού. Μια πραγματικότητα, η οποία παρέμεινε αλύγιστη κι αφοσιωμένη μέσα στους χρυσούς αιώνες του πολιτισμού της. Ήταν η αγάπη της προστασίας της φυλής με την πάλη του ομαδικού πνεύματος, της συντροφικότητας και της ειρήνης.
Μαζί με την αίσθηση της γεωγραφίας που τύλιγε το κάθε πανηγυριώτη, πλανιόταν γύρω του και η ιστορία της χαμένης του πατρίδας. Μια ιστορία φτιαγμένη με αντίθετες συγκινήσεις. Εκείνες τις φριχτές της προσφυγιάς και τις άλλες τις όμορφες της λαογραφίας, των ηθών και των εθίμων.
Οι πονεμένες φωνές τους μαλάκωναν και γλύκαιναν στη θύμηση των παραδόσεων τους. Η αγάπη τους και το ενδιαφέρον τους μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο γι’ αυτές. Η εθνική τους περηφάνια λαμποκοπούσε στα πρόσωπα τους με εξαίσια ζωντάνια και άστραφτε κάτω από τους γλυκούς ήχους της παραδοσιακής τους λύρας.
Τα μυστικά των Ιωνικών τοπίων της χαμένης τους πατρίδας είχαν μεταδοθεί με αρκετή ευαισθησία στη μνήμη και στις καρδιές τους, από πάππο προς πάππο κι από προσωπικές αναμνήσεις. Πρόσδιναν έτσι στην αιθέρια ατμόσφαιρα του βουνού όλο το βάρος των νοημάτων τους.
Ήταν δύσκολη η ζωή τους κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Ήταν συγκεντρωμένοι στα σπίτια τους κι εφοδιασμένοι με όλα τα απαραίτητα εφόδια. Κυρίως με ξύλα για θέρμανση και χόρτα για τα ζωντανά τους. Οι άντρες πήγαιναν στις μάντρες. Από την παρασκευή τυριών και βουτύρων κέρδιζαν κάμποσες χρυσές λίρες το χρόνο.
Στις μέρες της βαρυχειμωνιάς, οι καφενόβιοι άντρες συγκεντρώνονταν στα καφενομάγαζα, όπου χαρτοπαικτούσαν ή έπαιζαν τάβλι και ντόμινο. Κάποτε κουτσόπιναν κι έκαναν «μουχαπέτια», δηλαδή συζητήσεις.
Οι οπαδοί της λαϊκής τέχνης κάμανε στα σπίτια τους και έπλεκαν ανδρικές βράκες και άλλα είδη ρουχισμού. Οι γυναίκες ασχολούνταν με το νοικοκυριό και την οικιακή βιομηχανία. Έπλεκαν κάλτσες ή «ορτάρια», δηλαδή τσοράπια μάλλινα ή μισοβάμβακα διάφορων ανακατεμένων χρωμάτων με καγκελίτσες.
Ύφαιναν επίσης στον αργαλειό σάλια από μάλλινη κλωστή και πανιά από κανάβινο υφάδι, το οποίο έγνεθαν στη ρόκα από καλοκοπανισμένο και λαναρισμένο κανάβι και το έκαναν νήμα. Αυτό το τύλιγαν ολοένα στο αδράχτι, το οποίο γύριζε γρήγορα με σπονδύλι σαν σβούρα.
Τα νήματα αυτά, αφού τα έκαναν τσιλεδάκια, ύστερα τα έψηναν μέσα σε καλάθια με σταχτόνερο και λεύκαιναν. Τότε ήταν πια έτοιμα για υφάδι για να υφαίνουν τα πανιά. Το στημόνι ήταν πάντα από γερή αγοραστή βαμβακερή κλωστή.
Τα σάλια, αφού τα πατούσαν καλά, τα έβαφαν μαύρα και έκαναν «εμπροστάλια», δηλαδή ποδιές, για τον εαυτό τους. Έκαναν επίσης και κουστούμια για τους άντρες, ζίπκες, εσώρουχα, μαξιλάρια, κιλίμια.
Η τσόχα ήταν ένα είδος κοντού σακακιού. Η ζίπκα ήταν ένα είδος παντελονιού με στενές περισκελίδες. «Αναξυρίδα» το αναφέρει ο Ξενοφών ως αρχαίο ελληνικό ένδυμα. Από τα άσπρα πανιά έκαναν σεντόνια, τα «τσαρτσάφια». Επίσης, έκαναν μ’ εκείνα και τα ασπρόρουχα της οικογένειας. Ήταν απολύτως υγιεινά και προπάντων πολύ γερά.
Οι νεότερες γυναίκες πήγαιναν στις βρύσες. Κουβαλούσαν νερό και περιποιούνταν τις αγελάδες και τα άλλα ζώα. Φρόντιζαν επίσης και για την καθαριότητα του σπιτιού και της οικογένειας.
Οι γιαγιάδες και οι μητέρες ετοίμαζαν τα παιδιά για το σχολείο. Στην μεγάλη κακοκαιρία όμως που έπεφτε πολύ χιόνι, πολλά παιδιά που κατοικούσαν μακριά από το σχολείο, δεν μπορούσαν να φοιτήσουν κανονικά. Έτσι, κατέβαιναν στο κυρίως χωριό τους, που ήταν κτισμένο στους πρόποδες του βουνού.
Οι κυρίως τροφές τους ήταν το «χοσμελίν», καϊμάκι δηλαδή από γάλα, το «τρίμα» ή «σπυριδίτσα», το «τυροφάι», το «χαβίτσι» και τα λάχανα με φασόλια. Μια φορά το χρόνο, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, οι κάτοικοι του βουνού όριζαν μέσω του Πολιτιστικού τους Συλλόγου, την ημέρα της γιορτής των «παρχαρίων» τους, σε ανάμνηση εκείνων των πανηγυριών που στήνονταν και στις χαμένες τους πατρίδες.
Το ίδιο λοιπόν έκαναν κι εκείνη τη χρονιά. Το γλέντι άρχισε από πολύ νωρίς στη διάρκεια της μέρας και ήταν πολύ τρικούβερτο. Το συνόδευαν παραδοσιακοί χοροί με παραδοσιακές λύρες, τους «κεμεντζέδες», τα νταούλια, τη γκάιντα και τους ζουρνάδες.
Οι «ταβερνιάρηδες» του Πολιτιστικού Ποντιακού Συλλόγου, στο πρόχειρο στημένο καπηλειό τους, επιδόθηκαν στις χρυσές δουλειές του χρήματος. Μικροέμποροι, μανάβηδες, ψιλικατζήδες, ψωμάδες και άλλοι υπαίθριοι πλανόδιοι επαγγελματίες ασφαλώς δεν ήταν δυνατό να μείνουν παραπονεμένοι από τη δουλειά εκείνης της μέρας του μεγάλου πανηγυριού.
Αστυνομικές δυνάμεις ήταν τοποθετημένες ανά λόφους, για λόγους ασφάλειας των επίσημων προσωπικοτήτων, αλλά και για να παρακολουθούν τους πανηγυριώτες. Αυτό γινόταν για την αποφυγή κυρίως πιθανών συγκρούσεων, μεταξύ των ομάδων μεθυσμένων χωρικών από τα διάφορα χωριά, οι οποίες δεν ήταν καθόλου σπάνιες.
Εκπρόσωποι των τοπικών αρχών, διαφόρων ενώσεων, σωματείων και πολιτιστικών φορέων είχαν κατακλύσει τις καρέκλες των επίσημων προσκεκλημένων και παρακολουθούσαν τις μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις του τόπου.
Οι «παρχαρομάνες» του βουνού, που είχαν ετοιμάσει από βραδύς τα εκλεκτότερα παραδοσιακά ποντιακά φαγητά, τα διαμοίραζαν ήδη σ’ όλο τον κόσμο που παρευρίσκονταν εκεί. Τα φαγητά εκείνα ήταν παράγωγα του γάλατος, όπως τυρί, βούτυρο, ταν, πασκιτάν, τυρομίτζι και γιαούρτι. Είχαν παρασκευάσει μάλιστα και πίτες, που τις ονόμαζαν, από παλιά, «τριγώνια», λόγω του τριγωνικού τους σχήματος.
Οι «παρχαρέτες» του βουνού με γενναιοδωρία πρόσφεραν για δημοπρασία πολλά από τα παρασκευασμένα τους προϊόντα, για ενίσχυση των εκδηλώσεων του Πολιτιστικού Συλλόγου. Το ενδιαφέρον του κόσμου ήταν αρκετά μεγάλο και η ανταπόκριση του εντυπωσιακή στην αγορά των παραδοσιακών τροφίμων.
Από τον ποντιακό ελληνισμό βγήκαν τραγούδια για το πανηγύρι του «παρχάρ», δηλαδή του βουνού τους. Ένα απ’ αυτά ακούστηκε συχνές φορές. Το τραγουδούσαν μάλιστα και όλα τα παιδιά. Έλεγε λοιπόν το τραγούδι.
«Εκότσεψανε οι τσιοπάν και πάνε σα παρχάρια/απ’ έμπρου εν Καλομηνάς, σκουτούλιζ’ τα χορτάρια./ Ρομάνες πάτεν σον παρχάρ, κρεμάστεν τα δουρβάνια/τοπλαέστεν τα γάλατα και ξύστεν τα καρσάνια./ Εξέρτς όταν επίναμε εντάμαν τσιοπανλούκια/ ελάσκουμες κι επαίρναμε παρχαρή χαβεζλούκια./Ασόν παρχάρ κατ’ έρχουνταν χορτάρια φορτωμένον/ασά ποδάρια ους την κορφήν σεβτάν καπατεμένον».
Η ελεύθερη μετάφραση των στίχων από την ποντιακή διάλεκτο στην ελληνική μιλάει για τη μετακόμιση των τσοπάνων στα «παρχάρια» τον μήνα Μάη, που μοσχοβολούν τα χορτάρια. Προτρέπει τις Ελληνίδες να πάνε στο «παρχάρ», να κρεμάσουν τα «δουρβάνια», τα παράγωγα ξύλινα εργαλεία δηλαδή του βούτυρου, να μαζέψουν τα γάλατα και να ξύσουν τις σκάφες ζυμώματος. Αναπολούν τις βοσκές τους, τις περιπλανήσεις τους πάνω στο «παρχάρ», τους ενθουσιασμούς της φύσης, τις αγροτικές τους δουλειές και τους έρωτες τους.
Οι ποντιακοί χοροί είχαν από πάντα μεγάλη σημασία στα πανηγύρια των «παρχαρίων» όχι μόνο επειδή σφυρηλατούν την εθνική φυσιογνωμία, αλλά κι επειδή μέσα απ’ αυτούς μπορεί κανείς να παρακολουθήσει την ιστορική πορεία και τον πολιτισμό ενός ολόκληρου λαού.
Οι εθνικές περιπέτειες των Ποντίων ενώνουν τις δυνάμεις τους με δύναμη, ρυθμό, ζωηρότητα, πάθος και προσήλωση στον ομαδικό χορό και στο τραγούδι, συμβάλλοντας σε μια αρμονική πολιτιστική παρουσίαση, η οποία προέρχεται από τη σωστή συνεργασία και δραστηριότητα των χορευτών.
Το παιδικό ποντιακό χορευτικό συγκρότημα του Βερμίου χόρεψε σ’ εκείνο το πανηγύρι όλους τους ποντιακούς χορούς – ειρηνικούς και πολεμικούς – φανερώνοντας έτσι το πολιτιστικό ήθος, μα και την πολεμική αρετή τους.
Οι ποντιακοί χοροί «μονός», «Τρυγόνα», «κοτσαγγέλ’», «μητερίτσα», «τρομαχτόν», «ομάλ Καρς», «κότσαρι», «σερανίτσα», «κοτσ’», «μηλίτσα», «ομάλ», «εμπροπίσ’» και «πυρρίχιος» ήταν σε πρώτο πλάνο.
Η Παρθενίτσα και η Παρεσούλα χόρευαν καμαρωτά καταβάλλοντας φιλότιμες προσπάθειες για μια καλή παρουσία. Έβλεπες να χορεύουν όλα τα παιδιά με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, στη συνοδεία της λύρας, τόσο ρυθμικά και ζωηρά, τρέχοντας από το ένα άκρο στο άλλο, που σου δημιουργούνταν ένας ακράτητος ενθουσιασμός διονυσιακού τύπου και η επιθυμία να χορέψουν όλοι μαζί τους.
Δεν παρέλειψε βέβαια να χορέψει και η αγορίστικη ξεχωριστή ομάδα των «Μωμόγερων», μεταξύ αυτών κι ο Ορφέας με τον Παντελή. Ήταν ένας παραδοσιακός σατιρικός χορός, ο οποίος αναβλύζει από το μακρινό παρελθόν της αρχαίας Ελλάδας.
Πρόκειται για ένα σοβαρό, πρωτότυπο και πειθαρχημένο χορευτικό σύνολο που απαρτίζεται από φουστανελάδες με περικεφαλαίες και από διάφορους άλλους μεταμφιεσμένους χορευτές. Ο χορός αυτός συμβόλιζε πολύ παλιά την εθνική και διαρκή αντίσταση των Ποντίων για την εθνεγερσία και την ελευθερία του έθνους από τους Τούρκους. Η παράδοση λέει πως το θεατρικό αυτό χορευτικό δρώμενο ήθελε να περνάει τα μηνύματα του στο καταπιεσμένο μας έθνος.
Ο χρυσοβραβευμένος χοροδιδάσκαλός τους, ο Σωκράτης, δεν ήταν τυχαίος. Ήταν καλά εκπαιδευμένος και είχε σπουδαία δράση στην εκμάθηση των ποντιακών χορών σε όλη τη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία. Παρουσίαζε τα χορευτικά του συγκροτήματα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε χώρες του εξωτερικού με άριστη επιτυχία. Κι εκείνη τη φορά, όπως και τις άλλες τις προηγούμενες, ο κόσμος έμεινε ενθουσιασμένος και κατασυγκινημένος.
Μετά τα ζωηρά κι ενθουσιώδη χειροκροτήματα του κόσμου σε λίγο θα έκλεινε η πανηγυριώτικη αυλαία στο σούρουπο. Το πλήθος όλο θα διαλύονταν και θα επικρατούσε ερημιά στο βουνίσιο τοπίο, που κατά τη διάρκεια της ημέρας έσφυζε εμφανισιακά από κάθε είδους ζωική και ανθρώπινη ύπαρξη.
Θα έμεναν πλέον μοναχοί οι λιγοστοί άνθρωποι των «παρχαρίων», οι «παρχαρέτες», νοσταλγοί αναμνήσεων από θύμησες να ιστορήσουν στη νεότερη γενιά την ιστορία των προγόνων τους.
Η νύχτα θα φορούσε και πάλι το μαύρο πέπλο της και με το μαγικό ραβδί των αφηγήσεων της θα πλανιόταν ξεγλιστρώντας κρυφά κάτω από το φως των αστεριών σε κάθε σπίτι με τις αναμμένες λυχνίες, για να ακούσει τις περιπλανημένες εξιστορήσεις και τις πονεμένες διηγήσεις των ανθρώπινων όντων της μέσα από λεκτικά καρδιακές και πνευματικές εξομολογήσεις.