Ξωπαρμένα ακριτόπουλα (Παιδικό Βυζαντινό Διήγημα της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Ξωπαρμένα ακριτόπουλα

(Παιδικό Βυζαντινό Διήγημα της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Ο ήλιος έδυε στην πλαγιά του λόφου πίσω από τους τρεις μικρούς καβαλάρηδες. Ήτανε τα ακριτόπουλα του βυζαντινού κάστρου, του Παλαιόκαστρου, στον Πόντο. Σταμάτησαν  κουρασμένα την ίππευση. Έδεσαν τα άλογά τους κάπου κι έκατσαν πάνω στις μεγάλες πέτρες να κουβεντιάσουν. Ένας από αυτούς, ο Δημητρός, παραπονέθηκε στους άλλους πως του πονούσε το κεφάλι

-Σίγουρα είσαι ματιασμένος!, του είπε ο Στάθης. Πρέπει να βρούμε ξεματιάστρα να σε διαβάσει.

-Λες; Μα πως ματιάστηκα; ρώτησε απορημένα ο Δημητρός.

-Δεν ξέρεις; Και μόνο που σε μελετάει κάποιος ή σε κοιτάζει επίμονα με τα ζηλόφθονα μάτια του ή αν μείνει η σκέψη του πάνω σου, αρρωσταίνεις! του είπε το τρίτο ακριτόπουλο, ο Παναγής.

-Δίκιο έχεις! Τι λέτε; Πάμε στο κάστρο να βρούμε ξεματιάστρα;

-Φύγαμε! είπαν οι άλλοι δυο ξεσηκωμένοι.

Μπήκαν στο κάστρο και κατευθύνθηκαν στην ξεματιάστρα, την κυρά-Δέσποινα. Εκείνη διάβασε μέσα της κάποια λόγια αφού γέμισε ένα φλιτζάνι του καφέ με νερό κι έσταξε μια σταγόνα λάδι μέσα.

-Πολύ μάτι έχεις αγόρι μου!, του είπε και του διάβασε κάποια λόγια με μαχαίρι κι αλάτι μέσα σε μια χαρτοπετσέτα.

Ύστερα του το έδωσε να φάει λίγο και τον σταύρωσε και με το λαδάκι που είχε διαβάσει μέσα στο φλιτζάνι.

-Θα σου περάσει το μάτι!, του είπε. Θα σε πιάσουν τα διαβασμένα λόγια, μην ανησυχείς.

-Να είσαι καλά! της είπαν κι έφυγαν.

Καθώς περπατούσαν στον δρόμο, άκουσαν θόρυβο ξοπίσω τους. Αναρωτήθηκαν τι συνέβαινε. Κοίταξαν πίσω τους και αντιλήφθηκαν το πέταγμα ενός κόρακα που έκραζε κάπως ασυνήθιστα.  Ακούστηκε μετά το χουχουλητό κάποιας κουκουβάγιας που τάραζε την ησυχία του τόπου εκείνη τη στιγμή.

-Γουρσουζιά!, είπαν κι οι τρεις κι έφτυσαν στον κόρφο τους κάνοντας τρεις φορές τον σταυρό τους, μα αμέσως μετά ακούστηκε το ούρλιασμα ενός σκύλου που έμοιαζε να κλαίει.

-Κακό σημάδι για θάνατο! παρατήρησαν.

Δεν πρόλαβαν  να τελειώσουν την κουβέντα τους όταν λάλησε ένας πετεινός στο κοτέτσι δίπλα τους. Πλησίασαν κατά κει και είδαν τις κότες που ξεψειρίζονταν.

-Άμα λαλάει ο πετεινός το βράδυ, αυτό σημαίνει ότι θα αρρωστήσει κάποιος κι αν ξεψειρίζονται οι κότες, τότε βρέχει. Ας είναι! Χρειάζονται την βροχή τα σπαρτά αυτό το διάστημα! είπε  ο Παναγής και συμφώνησαν κι οι άλλοι δυο.

-Να σας πω την αλήθεια, παιδιά; Μόλις άκουσα  τον θόρυβο, φοβήθηκα μήπως έβλεπα τίποτε φρικιαστικά και τρομαχτικά στοιχειά πίσω μου! εξομολογήθηκε ο Δημητρός ενώ οι άλλοι έσκασαν στα γέλια κι άρχισαν να τον ειρωνεύονται.

Του έκλεισαν τα μάτια και του τα άνοιξαν για να του παραστήσουν τους δράκους με κωμικές κινήσεις. Βλέποντας τον να εκνευρίζεται, τον χτύπησαν χαϊδευτικά στο σβέρκο και την πλάτη αγκαλιάζοντας τον φιλικά.

-Φοβάσαι τους χοτλάχηδες; τον ρώτησε ο Παναγής. Σαν να λέμε τους βρικόλακες! του εξήγησε βλέποντας τον απορημένο.

-Ναι! παραδέχτηκε εκείνος. Φοβάμαι και τις μάγισσες, τους δράκους, τους αράπηδες, τα ξωτικά και όλα τα στοιχειά της φύσης.

-Ει, παιδιά!, ακούστηκε η φωνή ενός πολέμαρχου ακρίτα.

Εκείνοι έστρεψαν τα κεφάλια τους προς το μέρος του και περίμεναν να ακούσουν τη συνέχεια.

-Πάρτε αυτά τα τσουβάλια. Έχουν καλαμπόκια μέσα. Να τα πάτε στον μύλο να τα αλέσετε αλεύρι. Άντε, καλά παιδιά, κουνηθείτε!

-Αμέσως! φώναξαν εκείνοι κι έτρεξαν με προθυμία να εκτελέσουν την εντολή του.

Ο μύλος δεν ήταν μακριά. Ευτυχώς, γιατί τα τσουβάλια ήταν πολύ βαριά για τα κιλά και την ηλικία τους. Ο ένας όμως βοηθούσε τον άλλον. Μπήκαν σε μια σειρά, ο ένας πίσω από τον άλλον και τα  έσπρωχναν με τα χέρια και τα πόδια τους.

-Έι, χωπ!, έλεγαν και γελούσαν κοκκινίζοντας από το ζόρι τους.

Κατάφεραν τελικά να φτάσουν έξω από την πόρτα του μύλου ύστερα από πολλά ζορίσματα κι αγκομαχητά. Άφησαν τα τσουβάλια καταγής κι έκατσαν πάνω τους ιδρωμένοι να ξαποστάσουν λίγο φυσώντας και ξεφυσώντας τα πνευμόνια τους για να ανακουφιστούν από την ταλαιπωρία.

Έκπληκτοι είδαν μπροστά τους να ανοίγει σιγά – σιγά η πόρτα του μύλου από μόνη της και να τρίζει με κρότο. Ο Δημητρός έκανε να φύγει από την τρομάρα του, αλλά τον συγκράτησαν οι άλλοι πιάνοντάς τον από τα ρούχα δίχως να τα χάσουν καθόλου.  Κοκάλωσαν όμως κι οι τρεις σαν βγήκε από την πόρτα ένα πανέμορφο κορίτσι που θα’ τανε πάνω-κάτω στην ηλικία τους. Από πίσω της εμφανίστηκε ένα δεύτερο κι ακολούθησε ένα τρίτο.

Φορούσαν πολύχρωμα ρούχα και μαντίλα με βέλος η κάθε μια στο κεφάλι της. Τα φουστάνια τους ήταν ίσα. Τα πρόσωπά τους μακρουλά. Οι αστράγαλοί τους ήταν στη θέση των δαχτύλων των ποδιών τους και τα δάχτυλα στη θέση των αστράγαλων. Τα βλέμματά τους ήταν παγωμένα και τρομαχτικά. Τους κοιτούσαν μέσα στα μάτια και τους καθήλωναν να μη μπορούν να κουνηθούν μήτε μπροστά μήτε πίσω. Πιάστηκαν από τα χέρια και χόρεψαν έναν χορό μπροστά τους που δεν έμοιαζε με κανέναν απ’ όσους εκείνοι τουλάχιστον ήξεραν. Μόλις σταμάτησαν να χορεύουν, η μια είπε στην άλλη:

-Τι να του κάνουμε ετούτου που φοβάται;

Ο Δημητρός κόντεψε να λιποθυμήσει όταν είδε πως έδειχνε εκείνον.

-Να τον πνίξουμε στο ποτάμι!, είπε η άλλη.

Κάτι πήγε να πει ο Δημητρός για να διαμαρτυρηθεί, αλλά κατάπιε τη γλώσσα του. Η άλλη τον κοίταξε με αστραφτερό βλέμμα και είπε:

-Να τον πάρουμε μαζί μας και να τον κάνουμε μάγο.

Ο Δημητρός δάγκωσε τα χείλη του κι άρχισε να τρέμει σαν τον ψάρι που πιάστηκε στην πετονιά. Η τρίτη κοπέλα τον κοίταξε με ύφος που έδειχνε πως τον λυπότανε και είπε:

-Κρίμα είναι! Ας τον αφήσουμε!

Ο Δημητρός δεν άντεξε άλλο. Παρ’ όλο το σφίξιμο, δεν τα κατάφερε να συγκρατηθεί κι έβρεξε τα παντελόνια του. Ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί, παρά να έπεφτε στα χέρια εκείνων των μαγισσών.

Οι άλλοι δυο κοιτούσαν σαστισμένοι και δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν, ώσπου του ήρθε μια ιδέα του Παναγή και την εξέφρασε φωνάζοντας:

-Παιδιά, να πούμε τρεις φορές το «Πάτερ ημών»..

Ακολούθησε η προσευχή κι απ’ τους τρεις. Οι κοπέλες την πρώτη φορά έμειναν ακίνητες. Την δεύτερη φορά τις έβλεπαν θολά. Μόλις τελείωσαν την προσευχή για τρίτη φορά, εκείνες εξαφανίστηκαν. Έβγαλαν έναν αναστεναγμό ανακούφισης κι οι τρεις. Κοίταξαν προς την πόρτα μα ήταν κλειστή. Έκαναν να την ανοίξουν μα διαπίστωσαν πως ήτανε κλειδαμπαρωμένη. Ο Στάθης τους έδειξε την ταμπέλα λίγο πιο πάνω από τα κεφάλια τους:

«ΚΛΕΙΣΤΟ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ».

Το πέσιμο των πρώτων σταγονιδίων της βροχής δικαίωσε το ξεψείρισμα μιας κότας. Ακολούθησε το θλιβερό χτύπημα καμπάνας της εκκλησίας, που σήμαινε θάνατο, το οποίο έπνιγε τα ουρλιαχτά των σκύλων γύρω.

-Ποιος πέθανε; ρώτησαν τον κόσμο κι οι τρεις επιστρέφοντας πίσω.

-Οι τρεις κόρες του φούρναρη. Πνίγηκαν στο ποτάμι καθώς το περνούσαν με τα άλογα! τους ενημέρωσαν.

Τα τρία ακριτόπουλα κοιτάχτηκαν στα μάτια. Θυμήθηκαν τα κορίτσια που είδαν στον μύλο. Έμοιαζαν με τις κόρες του φούρναρη. Τους ξεγέλασε η παγερότητα των προσώπων τους, το αλλόκοτο ντύσιμο και η παραμόρφωση του σώματός τους. Ανατρίχιασαν σύγκορμοι στη σκέψη αυτή. Έκατσαν πάνω στα τσουβάλια κι έμειναν ακίνητοι να κοιτάζονται για αρκετή ώρα δίχως να μιλάνε. Να ήταν όλα αυτά συμπτώσεις, δημιουργήματα της φαντασίας τους ή αλήθεια; αναρωτήθηκαν. Ποιος ξέρει!!!..