Χαμένα δάκρυα (Βυζαντινό διήγημα της Παρθένας Τσοκτουρίδου)

Χαμένα δάκρυα

Γιώργη τον έλεγαν. Διένυε τον δέκατο χρόνο της ζωής του. Ήταν το έβδομο παιδί της οικογένειας των αείμνηστων Μαυρογλαίων. Το μοναδικό που επέζησε μετά τη βιβλική καταστροφή της Άνω Ματσούκας του Πόντου από τους Πέρσες, που είχαν εισβάλει στις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου, το πεντακόσια τριάντα μετά Χριστό.

Η νεκρική ερημιά και η απελπισία έστησαν καλά το βασίλειο τους στην αθώα ψυχή του, καθώς η φρίκη του πολέμου κυριάρχησε σε όλο τον τόπο μετά την καταστροφή των μοναστηριών της Ανάληψης και του Βαζελώνα και τη σφαγή των μοναχών τους.

Για χρόνια σερνότανε στα βουνά υποφέροντας την πείνα και το κρύο, δίχως να’ χει κανέναν δίπλα του να του ζεστάνει την παγωμένη του ψυχή ή να του δώσει ένα κομμάτι ζεστό ψωμί και φαΐ να φάει. Χαμένος από γονείς και συγγενείς ούτε ήξερε που να τους βρει! Στο κατεστραμμένο πατρικό σπίτι του ή μέσα στα χώματα;

Να, όμως που ήρθε η απολύτρωση! Εμφανίστηκε ο στρατηγός Βελισσάριος πάνω στα βουνά, που κατατρόπωσε τους εισβολείς Πέρσες κι απελευθέρωσε τη Ματσούκα. Τότε ανακάλυψε και τον Γιώργη και τον έκανε ακριτόπουλο. Τον είχε μαζί του όταν κατασκεύαζε τα νέα οχυρωματικά έργα στη Ματσούκα κι ανοικοδόμησε το καμένο μοναστήρι του Βαζελώνα. Το κάστρο της Ζάβερας, το Παλαιόκαστρο, έγινε η δική του μόνιμη διαμονή, μα και η θερινή του στρατηγού με τους πολέμαρχους του.

Όλοι ετούτοι γνώριζαν πως ο Γιώργης ήταν ορφανός, μα δεν έκαναν κουβέντα μπροστά του να μη τον πληγώσουν. Τον άφηναν καμιά φορά να τους διηγείται καμιά ανάμνηση του από τα παλιά.

Στη θύμηση του ερχότανε πάντα πρώτη η μάνα του. Θλιβότανε μέχρι θανάτου όταν την σκεφτότανε. Προσπαθούσαν οι άλλοι τότε να τον παρηγορήσουν, μα εκείνος μέσα στους αναστεναγμούς και τα παραμιλητά του έκανε μονόλογο για τα δύσκολα και σκληρά χρόνια που πέρασαν δίχως εκείνη. Την αναζητούσε παντού γύρω του και πάντα.

Χρόνια που άφησαν σημάδια στην ψυχή του!. Θυμότανε τον φόβο που είχε φωλιάσει στην καρδιά της μάνας του να μη κινδυνέψει από αρρώστια, μάτιασμα ή αερικά. Ομολογούσε τον φόβο της καμιά φορά και στον πατερίκα του κι εκείνος δεν της επέτρεπε να βγάζει έξω τον μικρό το πρωί, μήτε το βράδυ, να μη βλαφτεί από τα ξωτικά. Πριν τη δύση του ήλιου εκείνη μάζευε πάντα τις βρεγμένες του πάνες γιατί φοβότανε να μη πάθει κακό από νυκτόβια αερικά, που τυχόν τρύπωναν στις άσπρες πάνες του.

Θυμότανε ακόμη ως και τη βάφτισή του..Τριών χρόνων ήτανε όταν έγινε. Οι γονείς του ανακοίνωσαν στην μανίκα του ότι έταξαν τη βάφτισή του στον Άη-Γιώργη του Περιστερεώτα πάνω στο βουνό Πυργί της Γαλίανας. Αρκετός δρόμος ήτανε από τη Θέρσα, γι’ αυτό και η μανίκα του αντέδρασε εκνευρισμένη:

-«Θα αφήσουμε το μοναστήρι του Ιωάννου του Προδρόμου του Βαζελώνα που είναι εδώ κοντά μας και θα ανέβουμε βορειοανατολικά κάνοντας τόσο μεγάλη διαδρομή για να βαφτίσουμε το παιδί; Αυτό δεν έγινε ξανά στα χρονικά ως τώρα!» αναρωτιότανε συνέχεια.

Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις της όμως, εκείνοι πήγανε. Η διαδρομή ήταν πολύωρη, κουραστική, αλλά πολύ ωραία με τα γαϊδουράκια. Ο Γιώργης ήταν καθισμένος  στην αγκαλιά της νονάς του. Από πίσω του ακολουθούσαν καμαρωτά τα έξι αδέρφια του πάνω στα ζώα, μετά ο πατερίκας, η μάνα, ο πάππος, η μανίκα, ο παπάς και οι συγγενείς.

Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτα φάνηκε σε όλους πολύ ωραίο, χαρούμενο και φωτόλουστο όταν το πρωτοαντίκρισαν. Εκτός από τη μανίκα φυσικά, η οποία δεν έδωσε καθόλου σημασία στους θαυμασμούς και τις παρατηρήσεις τους. Αγνοώντας την κούραση της περίμενε με αγωνία την πολυπόθητη στιγμή που θα άκουγε να έδιναν στον αβάφτιστο εγγονό της το όνομα του πατέρα της, με το οποίο τον φώναζε πάντα η ίδια εδώ και τρία χρόνια από την μέρα που γεννήθηκε. Γιάννη τον έλεγαν εκείνον.

Μα σαν άκουσε το όνομα Γεώργιος αντί Ιωάννης από το στόμα της νονάς του, εξαγριωμένη σιγομουρμούρισε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια που έμοιαζαν με ξόρκια. Ο πάππος της έκλεισε το στόμα με το χέρι του για να μην την ακούει, ενώ εκείνος έδειχνε ευχαριστημένος που μπήκε το δικό του όνομα και κρυφογελούσε κάτω από τα μουστάκια του.

Πόσο λαμπερός και γελαστός ήταν ο Γιώργης εκείνη την ώρα της βάφτισής του!.Τραβούσε τα γένια του  παπά κι έπαιζε μαζί του φωνάζοντας τα αδέρφια του:

-«Έι, αδέφλια μου, ελάτε να παίτσουμε με τις τλίχες του Σιεούλη!».

Ο παπάς, παρ’ όλο που ήταν νευρικός και οξύθυμος, έσκαγε στα γέλια μαζί του και του έλεγε συνέχεια:

-«Ω, το καλό παιδί!».

Θυμότανε και τον μεγάλο σκαλιστό σταυρό που του χάρισε η νονά του, καθώς και το ωραίο κουστουμάκι του, που του το φόρεσε η ίδια. Μόλις τελείωσε η βάφτιση, οι μοναχοί πρόσφεραν την κουζίνα τους στη νονά του για να τη χρησιμοποιήσει. Της υπέδειξαν ακόμη, που θα έβρισκε το λάδι, το γάλα, το κορκότο και το αλεύρι να τους μαγειρέψει τα εξαίσια εδέσματα της όπως ήταν το έθιμο εκείνης της εποχής. Τους έκανε γαλοτσόρ. Αλευρένιο κορκότο με γάλα. Μετά τηγάνισε και τους πρόσφερε τα νοστιμότατα και τραγανά της τσιριχτά. Κατάφερε να τους κάνει όλους να γλείφουν τα δάχτυλα τους, εκτός από τη μανίκα του φυσικά, η οποία δεν έβαλε μπουκιά στο στόμα της.

Αργότερα, εκείνη τον πλησίασε και του είπε:

-«Εγώ θα σε φωνάζω Γιάννη, όπως έκανα ως τώρα».

-«Γιατί;», την ρώτησε.

-«΄Ετσι θέλω, γι’ αυτό!», του απάντησε εκείνη με πείσμα.

-«Εσιένα πως σε βατίσιανε;», την ρώτησε εκείνος.

-«Μαρία. Γιατί ρωτάς; Δεν ξέρεις;»

-«Κι εγώ έτσι θα σε φωνιάζω.. Μαλία!.Δεν θα σιε λέω μανίκα».

-«Ντροπή σου να μου αντιμιλάς. Δεν με σέβεσαι καθόλου», του είπε κι απομακρύνθηκε κλαίγοντας.

-«Καλά, μανίκα, φώνατσιε με όπως σιέλεις!», της φώναξε ο Γιώργης κι έτρεξε ξοπίσω της.

Εκείνη γύρισε προς το μέρος του κι εκείνος χώθηκε στην αγκαλιά της.

-«Σιαγαπάω πολύ μανίκα μου! Μη συμώνεις!», της είπε.

-«Κι εγώ σ’ αγαπώ πολύ, Γιώργη μου!», του είπε φιλώντας και σφίγγοντας τον δυνατά στην αγκαλιά της.

Πώς να μη κυλήσουν τα δάκρυα του στη θύμηση των λόγων της; Λόγια που δεν άκουσε ξανά ποτέ από τότε κι από κανένα άνθρωπο;

Πώς να μη κλάψει, που έμεινε να ζει μόνος του μόνο με τη θύμηση των δικών του ανθρώπων, δίχως να βλέπει ούτε την σκιά τους; Να μην αισθάνεται την ανάσα τους; Να μην έχει ούτε ένα νέο τους; Ένα σημάδι ζωής;

Έκλαιγε με παράπονο κι έβγαζε δυνατούς λυγμούς ο Γιώργης και δεν μπορούσε να τον σταματήσει κανείς. Τον έβλεπε καμιά φορά από μακριά κι ο στρατηγός Βελισσάριος κι έβγαζε βαθύ αναστεναγμό από μέσα του για δαύτον.

-«Καημένο ακριτοπούλι μου! Πόσο πληγωμένο είσαι κι εσύ! Χαμένα δάκρυα.», σκεφτότανε και κυλούσανε πάντα λίγα δάκρυα λύπης για εκείνον από τα μάτια του.

Η ιστορία της ζωής του Γιώργη σε κάποια σημεία έμοιαζε πολύ με εκείνη κάποιου γνωστού του. Ίσως του εαυτού του.. Μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί..