Τα παιχνίδια των Ελλήνων του Ανατολικού Πόντου και του Κυβερνείου του Καρς κατά την περίοδο 1880-1923, του Βασίλη Ασβεστά

Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια προσπάθεια  ανάδειξης της αξίας του παιχνιδιού στον Πόντο. Πρόκειται για μια 20ετή πρωτογενή και δευτερογενή έρευνα, με περισσότερα από 260 παιχνίδια, αναδεικνύοντας το βιβλίο αυτό ως χρήσιμο εγχειρίδιο – εγκόλπιο για πολιτιστικούς συλλόγους, χοροδιδασκάλους, λαογράφους, παιδαγωγούς, γυμναστές, αρχαιολόγους, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, ιστορικούς και φίλους της λαϊκής παράδοσης, με στόχο τη διατήρηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

  • Για προπαραγγελίες μπορείτε να επικοινωνείτε:

697 696 9767

asvestasb@yahoo.gr

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΣΒΕΣΤΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το παιχνίδι, όντας ένα ευρύ και γόνιμο πεδίο έρευνας, έχει απασχολήσει  ιστορικούς, αρχαιολόγους, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, λαογράφους, φιλολόγους, παιδαγωγούς κ.α. και ο καθένας, ανάλογα με την επιστημονική του ιδιότητα, δίνει χρήσιμες πληροφορίες. Η παρούσα έρευνα ασχολείται με τα παιχνίδια των Ελλήνων του Πόντου τη χρονική περίοδο από το 1880 έως το 1923.

Μέσω της έρευνας των παιχνιδιών των Ελλήνων του Πόντου γίνονται γνωστές πτυχές της ζωής τους, προβάλλονται τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους -όπως οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις, το  σύστημα ηθικών αξιών, ο συναισθηματικός κόσμος και η λατρεία των ανθρώπων αυτών για τον τόπο τους- αλλά και καταδεικνύεται η συνέχιση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού.           

Η παρούσα μελέτη στρέφεται στη διαχρονική αξία του παιχνιδιού και βασίζεται σε έρευνα που διεξήχθη από το 2000 έως το 2021. Οι πληροφορίες προέρχονται από πρωτογενή και δευτερογενή έρευνα. Συγκεκριμένα η μελέτη του οπτικοακουστικού υλικού και η αρχειακή έρευνα συνδυάζονται με συνεντεύξεις  Ποντίων α΄, β΄ και γ΄ γενιάς. Από τις συνεντεύξεις αυτές,  που ήταν μη κατευθυνόμενες, κρατήθηκαν σημειώσεις, σε συνδυασμό με μαγνητοσκόπηση ή ηχογράφηση μετά από έγκριση των συνομιλητών.  Οι συμμετέχοντες, άνδρες και γυναίκες διαφορετικών ηλικιών και επαγγελμάτων, συμμετείχαν  δύο  και  περισσότερες  φορές  στις  καταγραφές. 

Η πρωτογενής έρευνα έγινε σε  Ποντίους με καταγωγή από τις περιοχές του Πόντου: Ακ Νταγ Μαντέν, Απές,  Αταπαζάρ,  Καρς,  Κερασούντα,  Ματσούκα,  Νικόπολη (Γαράσαρη), Σάντα, και Τραπεζούντα – περιοχές που στην πλειονότητα τους ανήκουν γεωγραφικά στα όρια του ανατολικού Πόντου.

Η δευτερογενής έρευνα βασίστηκε σε βιβλιογραφικές πηγές που αναφέρουν  παιχνίδια των περιοχών: Άδισσας, Ακ Νταγ Μαντέν, Αταπαζάρ, Καρς, Κερασούντας, Κρώμνης, Νικόπολης (Γαράσαρης),  Όφεως, Σάντας, Σουρμένων, Σταυρέως, Τραπεζούντας και Χαλδίας (Αργυρούπολης). 

Από τις περιοχές Αμισού (Σαμψούντας), Έρπαας, Κοτυώρων, Μπάφρας, Σινώπης, Τοκάτης, Χάβζας και από τις υπόλοιπες περιοχές του δυτικού Πόντου δεν έχουν συλλεχθεί μαρτυρίες για παιχνίδια που παίζονταν εκεί.

Πέρα από τις συνεντεύξεις, συμπεριλήφθησαν δεδομένα, όπως: αντικείμενα–εξαρτήματα παιχνιδιών, οπτικοακουστικό υλικό, σκίτσα και  φωτογραφίες. Με το παρόν πόνημα γίνεται μία προσπάθεια συγκέντρωσης μεγάλου μέρους της βιβλιογραφίας–αρθρογραφίας, που αναφέρεται στα παιχνίδια των Ελλήνων του Πόντου ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και τον αριθμό των συμμετεχόντων.

Επίσης, παρατίθενται φράσεις στο τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, τις οποίες χρησιμοποιούσαν τα παιδιά και οι μεγάλοι στα παιχνίδια τους και, έτσι αναδεικνύεται ο γλωσσικός πλούτος της κάθε περιοχής.

Τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ότι πολλά παιχνίδια φέρουν τούρκικες ονομασίες, παρά ταύτα τα παιδιά των Ελλήνων του Πόντου δεν έπαιζαν ιδιαίτερα με παιδιά άλλων εθνοτικών ομάδων. Ο Γεώργιος Φιρτινίδης αναφέρει χαρακτηριστικά για την Κρώμνη: «Και επειδή στην Κρώμνη κανένα παιδί δεν ήξερε τουρκικά, παραμορφώνονταν και τα ονόματα και τα συνθήματα μέχρι σημείου που να προκαλούν γέλιο των τυχόν παρευρισκόμενων Τούρκων». (Φιρτινίδης, 1994:307)

Μέχρι στιγμής έχουν καταγράφει διακόσια εξήντα δύο (262) παιχνίδια. Σίγουρα, ωστόσο, στον Πόντο παίζονταν πολύ περισσότερα. Η έρευνα συνεχίζεται και εμπλουτίζεται διαρκώς.

Οι πληροφορίες για τα παιχνίδια αντλήθηκαν από την εργογραφία των παρακάτω συγγραφέων:

– Αθανασιάδης Στάθης, (ενορία Πιντατάντων της Σάντας, 1890 – Καστανιά Βέροιας, 1978). Αποφοίτησε από το Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Διετέλεσε δάσκαλος στα χωριά του Πόντου, Όλασα και Ζουρνατσάντων, στο Κάθεν και στο Βατούμ της Ρωσίας, καθώς και στην Καστανιά Βέροιας. Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο. (Μαλλιάρης, 2007:1ος 210-211)

– Αποστολίδης Δημήτριος, (Αργυρούπολη, 1872 – Κιλκίς 1941). Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και δίδαξε ως δάσκαλος στο Φροντιστήριο Αργυρούπολης. Διαθέτει πλούσια αρθρογραφία. Το 1917 εκλέχτηκε δήμαρχος Αργυρούπολης και μετά την ανταλλαγή του 1923 διατέλεσε νομάρχης Χαλκιδικής. (Μαλλιάρης, 2007:2ος 138-140. Πληροφ.: Ε.Π.Μ.)

– Ασιατίδης Αθανάσιος, γεννηθείς το 1916. (Πληροφ.: Ε.Π.Μ.)

– Βαλαβάνης Γεώργιος, (Κερασούντα, 1876 – Αττική 1943). Αποφοίτησε από το ημιγυμνάσιο της Κερασούντας. Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής στον Πόντο και στην Ελλάδα. Πέθανε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. (Μαλλιάρης, 2007:2ος 237)

– Γανωτίδης Κυριάκος (Αλησάρ Νικοπόλεως – Καβάλα). Διετέλεσε δάσκαλος με συγγραφικό έργο. Υπήρξε γραμματέας της Λαογραφικής & Συντακτικής Επιτροπής Εκκλησιαστικής Επαρχίας Νικοπόλεως του Πόντου στην Καβάλα (Λ.Σ.Ε.Ε.Ε.Ν.Π.) στην Καβάλα. (Πληροφ.: Τσενεμεΐδης Σάββας)

– Γρηγοριάδης Γεώργιος (Τουϊγούν του Κυβερνείου του Καρς, 1915 – Αγία Παρασκευή Αττικής). Διατέλεσε δάσκαλος με έντονο συγγραφικό έργο. (Πληροφ.: Ε.Π.Μ.)

– Εμηνίδης Χριστόφορος, (Αλησάρ Νικοπόλεως – Καβάλα). Στην Ελλάδα εργάστηκε ως τραπεζικός. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της (Λ.Σ.Ε.Ε.Ε.Ν.Π.) στην Καβάλα.  (Πληροφ.: Τσενεμεΐδης Σάββας)

– Ιωσηφίδης Θεόδωρος (Κατοχώρ’ Νικοπόλεως, 1893 – Καβάλα 1984). Διετέλεσε δάσκαλος στον Πόντο. Στην Ελλάδα υπήρξε πρόεδρος της κοινότητας Αμυγδαλεώνα Καβάλας και ταμίας της (Λ.Σ.Ε.Ε.Ε.Ν.Π.) στην Καβάλα. (Πληροφ.: Τσενεμεΐδης Σάββας) 

– Λαυρεντίδη Ισαάκ, (Ορτάκιοϊ του Κυβερνείου του Καρς, 1911 – Νέα Σμύρνη 1997). Σπούδασε νομική και ασχολήθηκε και με την πολιτική. Στο ιστορικό του συγκαταλέγεται πλήθος άρθρων και διαλέξεων. (Μαλλιάρης, 2007:5ος 347-348. Πληροφ.: Ε.Π.Μ.) 

– Λιανίδης Σίμος, (Σάντα, 1915). Διετέλεσε καθηγητής (φιλόλογος) της Μέσης εκπαίδευσης, και είχε  πλούσιο συγγραφικό έργο. (Μαλλιάρης, 2007:5ος 401-402) 

– Μελανοφρύδης Παντελής, (Άδυσσα Χαλδίας-Αργυρούπολης), 1885 – Πτολεμαΐδα 1970). Αποφοίτησε από το Φροντιστήριο Αργυρούπολης, ενώ διετέλεσε δάσκαλος στα ελληνικά σχολεία της Άδισσας, της Γουμεράς, της Γιάλτας και της Σεβαστούπολης. Επίσης, διετέλεσε δήμαρχος Πτολεμαΐδας.  (Μαλλιάρης, 2007:6ος 200-201) 

– Νυμφόπουλος Μιλτιάδης, (Ενορία Ισχανάντων της Σάντας, 1882 – Δράμα 1973). Αποφοίτησε από το Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Δίδαξε στην ενορία Ισχανάντων στη Σάντα. Επίσης, διετέλεσε δάσκαλος σε ελληνικά σχολεία στο Βατούμ. Εκτός από δάσκαλος ήταν και ιεροψάλτης. (Μαλλιάρης, 2007:7ος 220-221. Πληροφ.: Ε.Π.Μ.)

– Οικονομίδης Δημοσθένης, (Αργυρούπολη, 1858 – 1938), με καταγωγή από την Χίο. Αποφοίτησε από το Φροντιστήριο Τραπεζούντας και μετέπειτα από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Δικαιωματικά θεωρείται, ίσως, ο σημαντικότερος λόγιος της εποχής του αφήνοντας ένα τεράστιο ιστορικό και λαογραφικό έργο σε σχέση με τον Πόντο.   (Μαλλιάρης, 2007:7ος 278-282)

– Παπαδόπουλος Δημήτριος, (Ενορία Μονοβάντων στο Σταυρί, 1895 – Θεσσαλονίκη 1972). Αποφοίτησε από το Φροντιστήριο Αργυρούπολης και δίδαξε ως δάσκαλος σε ελληνικά σχολεία της περιοχής του Κουμπάν. (Μαλλιάρης, 2007:8ος 44-45. Πληροφ.: Ε.Π.Μ.)

– Παπαρασκευόπουλος Δημήτριος (Άργος Ορεστικόν Καστοριάς).  (Πληροφ.: Ε.Π.Μ.)

– Φιρτινίδης Γεώργιος, (Κρώμνη, 1893 – Καλαμαριά Θεσσαλονίκης 1974). Διετέλεσε δάσκαλος στην Τραπεζούντα και την Κρώμνη. (Μαλλιάρης, 2007:11ος 152) 

– Φουρνιάδης Παντελής, (Νικόπολη, 1888 – Καβάλα 1985). Σπούδασε στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο της Κωνσταντινούπολης και διετέλεσε διευθυντής  της Αστικής Σχολής Νικοπόλεως.  Το 1918 έφυγε από τον Πόντο για τις ΗΠΑ και οκτώ χρόνια αργότερα (1926) γύρισε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην Καβάλα. Εκτός από το συγγραφικό του έργο, έντονη ήτανε η παρουσία του στα πολιτιστικά δρώμενα της Καβάλας, όπου υπήρξε μέλος της Ένωσης Ποντίων Καβάλας. Επίσης, διετέλεσε πρόεδρος της (Λ.Σ.Ε.Ε.Ε.Ν.Π.) στην Καβάλα. (Μαλλιάρης, 2007:11ος 167. Πληροφ.: Τσενεμεΐδης Σάββας)

– Φωτιάδης Γεώργιος, (Αταλάν του Ακ Νταγ Μαντέν, 1911 – Αθήνα). Διετέλεσε δάσκαλος στη Μακεδονία. (Μαλλιάρης, 2007:11ος 222-223)

– Χατζηλιάδης Ιορδάνης, (Γαλατζούχ Νικοπόλεως – Καβάλα). Διετέλεσε δάσκαλος σε σχολεία του Πόντου. Επίσης, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της (Λ.Σ.Ε.Ε.Ε.Ν.Π.) στην Καβάλα. (Πληροφ.: Τσενεμεΐδης Σάββας) 

– Asan Ömer, γεννηθείς το 1961 στην Τραπεζούντα. Το 1994 βραβεύτηκε με το Βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί για την αρθρογραφία του σχετικά με τη Μαύρη θάλασσα. Στο βιβλίο του “Ο Πολιτισμός του Πόντου” αναφέρει παιχνίδια από το χωριό Τσορούκ του Όφεος, που παίζονταν από τους ποντιόφωνους μουσουλμάνους κατοίκους.

Με εξαίρεση τις αναφορές του Γ. Φωτιάδη για τα παιχνίδια των παιδιών στο Ακ Νταγ Μαντέν (δυτικός Πόντος), το σύνολο των πηγών αφορά στον ανατολικό Πόντο και στο Κυβερνείο του Καρς.

Οι αναφορές περιλαμβάνουν τη χρονική περίοδο από το 1880 έως το 1923, όπου συντελέστηκε η ανταλλαγή των πληθυσμών σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάνης στις 24 Ιουλίου 1923, η οποία επισφράγισε τη νίκη του τουρκικού εθνικισμού και την οριστική πλέον εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών, ενώ παράλληλα νομιμοποιούσε την ανταλλαγή των πληθυσμών ως μέσο επίλυσης των διαφορών μεταξύ των κρατών.

Ο Πόντος, ως γεωγραφικός όρος, έχει καθιερωθεί να προσδιορίζει τα νοτιοανατολικά παράλια του Ευξείνου Πόντου. Δυτικό άκρο θεωρείται η περιφέρεια της Σινώπης, το ανατολικό του σύνορο τοποθετείται λίγα χιλιόμετρα πριν το Βατούμ της σημερινής Γεωργίας, ενώ τα νότια σύνορά του περνούν νότια των πόλεων της Αμάσειας, Τοκάτης, Νικόπολης και Αργυρούπολης. Η οριοθέτηση αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από τα σύνορα που χαράχθηκαν στον χάρτη στις αρχές του 20ου αιώνα, μεταξύ 1918 & 1922, για το  διεκδικούμενο ανεξάρτητο ποντιακό κράτος στην περιοχή. Είναι, λοιπόν, ευνόητο ότι σε μία τόσο μεγάλη γεωγραφική έκταση, με τόσο απομονωμένες λόγω των ορεινών όγκων περιοχές, με τόσο διαφορετικούς συνυπάρχοντες πληθυσμούς, η ποικιλομορφία θα είναι εξαιρετικά μεγάλη. (Μαντζούρης, 2014)

Εκτός της οριοθέτησης που αναφέρθηκε παραπάνω, ο Πόντος χωρίζεται εσωτερικά σε ανατολικό και δυτικό. Ως συμβατικό σύνορο των δύο περιοχών θα μπορούσε να οριστεί μία νοητή γραμμή που ενώνει την περιοχή των Κοτυώρων στον Εύξεινο Πόντο, με εκείνη της Σεβάστειας στο Νότο.  Είναι αυτονόητο ότι και αυτό το όριο δεν συνιστά ένα αυστηρό πολιτισμικό σύνορο. Πιθανό κριτήριο για τον χωρισμό αυτό αποτέλεσε η κυριαρχούσα γλώσσα. Ενώ στον ανατολικό Πόντο ομιλείτο, κατά κύριο λόγο, η ποντιακή διάλεκτος σε διάφορες παραλλαγές της, στον δυτικό Πόντο κυριαρχούσαν οι τουρκόφωνοι χριστιανικοί πληθυσμοί. Επίσης,  ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  παρουσιάζει  το  γλωσσικό  ιδίωμα  της Νικόπολης, που  διασώζει  αρκετές  προομηρικές  μορφές  λέξεων. (Μαντζούρης, 2014)

Για να δοθεί ένα μέτρο της έλλειψης λαογραφικών ερευνών στην περιοχή και ταυτόχρονα της ανάγκης άμεσης διενέργειάς τους, αρκεί να αναφέρουμε ότι  ο ευρύτερος δυτικός Πόντος αριθμούσε 904 χριστιανικούς οικισμούς, τη στιγμή που ο ευρύτερος ανατολικός Πόντος και το Καρς αριθμούσαν μαζί 652 χριστιανικούς οικισμούς. Ένας από τους βασικούς λόγους που εξηγεί την έλλειψη καταγραφών για τις περιοχές αυτές είναι οπωσδήποτε η τουρκοφωνία μεγάλου μέρους των χριστιανικών πληθυσμών, λόγω της οποίας οδηγήθηκαν στον ελλαδικό χώρο σε πολιτιστική περιθωριοποίηση. (Μαντζούρης, 2014)

Τα αστικά κέντρα της εποχής για τα οποία γίνεται λόγος στο παρόν βιβλίο είναι η Χαλδία (Αργυρούπολη), η Κερασούντα, η Νικόπολη και η πόλη του Όφεος. Τέσσερις πόλεις και τα γύρω χωριά τους με τελείως διαφορετικό χαρακτήρα. Την περίοδο 1880-1923 στην Αργυρούπολη είχε επέλθει ήδη η οικονομική παρακμή από το κλείσιμο πολλών μεταλλείων που αποτελούσαν τον βασικό οικονομικό άξονα της περιοχής, με αποτέλεσμα την οικονομική μετανάστευση πλήθους Αργυροπολιτών. Η Νικόπολη ήταν μία μεταλλοφόρα περιοχή στην ενδοχώρα, όπου οι κάτοικοι μαζί με τη μεταλλουργία ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την μελισσουργία. Η Κερασούντα, ένα εμπορικό λιμάνι που αποτελούσε γέφυρα με την Ελλάδα αλλά και την Ευρώπη, έχοντας έλληνα δήμαρχο στις αρχές του 20ου αιώνα. Τέλος η πόλη του Όφεως, ανατολικά της Τραπεζούντας, με την ιδιαιτερότητα τα περισσότερα χωριά της να είναι οθωμανικά, ωστόσο οι κάτοικοι στην πλειοψηφία τους να ομιλούν τα ρωμαίικα.

Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στον ανατολικό Πόντο συνυπάρχουν Ρωμιοί, Τούρκοι, Αρμένιοι, Ρώσοι και  Κούρδοι.

Από άποψη θρησκευτικού δόγματος κυριαρχούσαν οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί. Επίσης, υπήρχαν και οι κρυπτοχριστιανοί. (Μελανοφρύδης, 1955:3036, Φωτιάδης, 1994:122).

Με το κλείσιμο πολλών μεταλλείων οι μεταλλουργοί έγιναν οικοδόμοι, κτίστες, εργολάβοι, μαρμαρογλύπτες κ.α. και ως κατασκευαστές σπιτιών, τζαμιών, ναών, σχολείων, γεφυριών έφταναν μέχρι την Κιουτάχεια, τη Σμύρνη, την Άγκυρα, τη Σεβάστεια, το Ικόνιο και έως τα μεταλλεία των Αδάνων, με αποτέλεσμα όταν επέστρεφαν από τα πολύμηνα ταξίδια τους, να φέρνουν μαζί τους πίσω πολιτισμικά στοιχεία άλλων περιοχών.

Αξιοσημείωτη ήταν και η εκπαιδευτική οργάνωση αυτών των περιοχών, καθώς υπήρχαν  αλληλοδιδακτικά ελληνικά σχολεία, και οικοτροφεία. “Φάρους” της εκπαίδευσης αποτελούσαν το Φροντιστήριο Αργυρούπολης και Τραπεζούντας, το Ημιγυμνάσιο της Κερασούντας καθώς και η Κεντρική  Αστική  Σχολή Νικοπόλεως. (Οικονομίδης, 1931:169-175).  

Η  επαρχία  του  Καρς ή Γαρς (η  σημερινή  Γεωργία)  βρίσκεται  έξω  από  το  γεωγραφικά  όρια  του  ιστορικού  Πόντου  και  αποτέλεσε  μεταγενέστερη  αποικία  των  Ελλήνων  του  Πόντου. Υπολογίζεται ότι δημιουργήθηκαν περίπου 80 ελληνικά χωριά και  ότι  σε  όλο  το  Κυβερνείο  υπήρχαν  75  ελληνικά  δημοτικά  σχολεία,  μία  τριτάξια  αστική  σχολή και ένα  παρθεναγωγείο,  ένα  πρακτικό  λύκειο  αρρένων,  καθώς  και  ένα  γυμνάσιο  θηλέων.

Για τις μετακινήσεις των Ποντίων προς τη Ρωσία ο Χρήστος Σαμουηλίδης γράφει: «Η μετανάστευση συνεχιζόταν αδιάκοπα μέχρι το 1878, όταν η νίκη της Ρωσίας πάνω στην Τουρκία στον πόλεμο του 1877-1878 και η απόσπαση από την τελευταία της περιφέρειας του Καρς, έγιναν αφορμή να δημιουργηθεί η μεγαλύτερη αποικιστική κίνηση των Ποντίων. Τότε, πολλά χωριά από τη Χαλδία (Αργυρούπολη) και τη γειτονική Κολωνία (Νικόπολη) και την Παϊπούρτη μετανάστευσαν στο Καρς». 

Στις  αρχές  του  20ου  αιώνα,  στο  Κυβερνείο  του  Καρς  ζούσαν  Έλληνες,  Ρώσοι,  Τούρκοι,  Αρμένιοι,  Κούρδοι,  Λεσγίνοι,  Οσετίνοι  κ.α. Ήταν,  λοιπόν,  μοιραίο  σε  ένα  τέτοιο  πολυπολιτισμικό  περιβάλλον  ο  κάθε  πολιτισμός  να  δεχθεί  επιρροές    από  τους  γύρω  λαούς.     

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Βασίλης Ασβεστάς γεννήθηκε στη Νυρεμβέργη Γερμανίας το 1971. Είναι απόφοιτος του  Α.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλονίκης, της Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας, Τμήμα Φυσικοθεραπείας. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ελληνικής Εταιρείας Νευροεξεληκτικής Αγωγής (Ε.Ε.Ν.Α.), στην οποία διατέλεσε πρόεδρος για τέσσερις θητείες. Επίσης, είναι διαχειριστής της Λαογραφικής Εταιρείας Έρευνας και Διάσωσης της Ελληνικής Παράδοσης (Λ.Ε.Ε.Δ.Ε.Π.) – “Ηλιοείδεια”. Αποτέλεσε μέλος της πρώτης επιτροπής Ποντιακών χορών  και ενδυμασίας της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδας (Π.Ο.Ε.). Διοργανώνει κάθε χρόνο σεμινάριο παραδοσιακών  χορών στη πόλη της Βέροιας με καταξιωμένους χοροδιδασκάλους, ερευνητές και μουσικούς του παραδοσιακού χορού. 

Η γνωριμία του με τη λαϊκή παράδοση ξεκίνησε από τη νηπιακή ηλικία, όπου η βιωματική επαφή με τους πρόσφυγες παππούδες του αλλά και το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, αποτέλεσαν την αφορμή για την ενασχόληση του με τη παράδοση.

Από νεαρή ηλικία πραγματοποιεί  πρωτογενή  έρευνα  για  τα έθιμα, τα παιχνίδια, τους  χορούς  και  τις  μουσικές   των  Ελλήνων  της Ανατολής.

Αρθρογραφεί επί σειρά ετών σε λαογραφικά περιοδικά και εφημερίδες για  θέματα  σχετικά  με  τον λαϊκό χορό (Αρχείον Πόντου, Ποντιακή Εστία, Αργοναύτης κ.α.), καθώς επίσης ως εισηγητής έχει συμμετάσχει σε πλήθος εκδηλώσεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Πάνω από τριάντα χρόνια διδάσκει ελληνικό παραδοσιακό χορό σε πολιτιστικούς συλλόγους της ευρύτερης περιοχής.

Στη δράση του περιλαμβάνονται: συμμετοχές σε τηλεοπτικές εκπομπές σχετικές με την μουσικοχορευτική παράδοση των Ελλήνων ( “Κάθε τόπος και τραγούδι”, “Το Αλάτι της Γης” , “Δρόμοι της Παράδοσης”, “Φωτεινά Μονοπάτια”, “Κυριακή στο Χωριό” κ.α.) Επίσης, έχει  συμμετοχές σε  ημερίδες  &  σεμινάρια  σχετικά  με  τον παραδοσιακό  χορό, τη μουσική , την ενδυμασία, ήθη και έθιμα των Ελλήνων σε μία προσπάθεια δια βίου εκπαίδευσης.

Επιμελήθηκε πλήθος παραστάσεων σε σχέση με τα ήθη και έθιμα των Ελλήνων της Μικρασιατικής Χερσονήσου.

Ζει στη Βέροια, όπου εργάζεται ως παιδιατρικός φυσικοθεραπευτής. Είναι παντρεμένος με την Ελπίδα Φιλικά και έχει δύο παιδιά, τον Γιώργο και τη Μαρία Αφροδίτη.