Ο Άβρωτος !!

Σήμερα θα αναλύσουμε την λέξη “Ο Άβρωτος“. Σύμφωνα πάντα με τον Άνθιμο Παπαδόπουλο είναι επίθετο και προέρχεται από το αρχαίο επίθετο “Άβρωτος“.

Την συναντάμε:

  • Αμισό, Κερασσούντα, Οινόη, Τρίπολη και Χαλδία ως “άβρωτος“,
  • Τραπεζούντα ως “Άβρωτος“, “αβρίωτος“, “αβρίετος“, “ανάβρωτος” και “ανεβρίωτος
  • Κοτύωρα ως “άβρωτος“, “αβρίωτος“, “ανεβρίωτος“, “ανοβρίωτος“,
  •  Όφη “ανεβρίετος” ,

Κυριολεκτικά σημαίνει:

  1.  Ο μη τρωγόμενος, ο ακατάλληλος για βρώση, π.χ. “Τα λάχανα ντο φυτρών’νε απάν ‘ς σα ταφία άβρωτα γίν’τανε, Απόθεν ‘κί τρώει, άβρωτον έν’ (για λαίμαργο, ο οποίος χαρακτηρίζει ως μη φαγώσιμο εκείνο που δεν μπορεί να φάει),
  2. Ο αηδής την γεύση, ο άνοστος. π.χ. Άναλον κ’ άβρωτον φαείν,

Μεταφορικά σημαίνει:

  1. Αυτός που προξενεί αηδία, ο άχαρος στους τρόπους και στους λόγους, π.χ. Άνοστος κ’ άβρωτος άρθωπος,
  2. Αγροίκος στην συμπεριφορά, τραχύς στους τρόπους,
  3. Αγέρωχος, δυσπρόσιτος.

Σε λόγους και εκφράσεις π.χ. Άναλα κ’ άβρωτα λόγι͜α, άναλον κ’ άβρωτον γέλος.