Η λέξη Αγαναχτώ και οι όμοιες της!!

Αγαναχτώ

  • Στην καθομιλουμένη, σύμφωνα με το λεξικό τόμος 3 του Άνθιμου Παπαδόπουλου, ως αγαναχτώ στις Αμισσό, Κοτύωρα, Οινόη, Όφη, Τρίπολη και Χαλδία.

    Ως ‘γαναχτώ στις Αμισσό, Κοτύωρα, Κερασούντα, Οινόη, Όφη, και Σούρμενα.

    Μετοχή: Αγαναχτεμένος

    Προέρχεται από την αρχαία λέξη αγανακτώ που σημαίνει οργίζομαι.

    Α) Ως αμετάβατο ρήμα (χωρίς να συνδυάζεται με κάποιο αντικείμενο)

    1) Δυσανασχετώ, δυσφορώ, στενοχωρούμαι:π.χ. Εγανάχτεσεν η ψ̌η μ’.

    2) Κουράζομαι πολύ, αποκάμνω, απαυδώ: π.χ. Επορπάτεσα πολλά κ’ εγανάχτεσα,

    φρ. ‘γαναχτεμένον ψωμίν τρώει (δλδ. τρώει ψωμί που αποκτήθηκε με μόχθο).

    3) Επί πληγής, ερεθίζομαι: πονεί κι͜ αγαναχτεί η γερά μ’.

    4) Πονώ σφόδρα: ‘γαναχτεί το χͮέρ’-ι-μ’,

    Β) Ως μεταβατικό ρήμα (ενέργεια που μεταβαίνει σε κάποιον ή κάτι, είτε συνδυάζονται με ένα αντικείμενο “μονόπτωτα”, είτε με δύο “δίπτωτα”)

    1) Στενοχωρώ, καταπονώ ψυχικώς: π.χ. Η δουλεία ‘κί ‘γαναχτά με, τα στεναχωρίας ‘γαναχτούνε με.

    2) Κουράζω κάποιον σωματικά: π.χ. Τ’ άλογον εγανάχτεσέ με.

  • Άλλες λέξεις, σύμφωνα με το λεξικό του Δημητρίου Νικοπολιτίδη, με όμοια έννοια στην ποντιακή είναι οι παρακάτω:

    Σκανι͜άζω, κακισκούμαι, κουζεύω, κιζεύω, βαρύνω, θερα̤κώνω, μεσ. θερα̤κούμαι, θυμώνω, πορδαλι͜άζω, πουγαλεύκουμαι, μεταφορικά: σπάνω, σκάνω, φουτσανίζω, χολι͜άσκουμαι, χολιδι͜άουμαι, χολικούμαι, χολομανίζω, χολομανίγουμαι, χολομανίουμαι, χολομανώ, χουγιάσκουμαι

    π.χ. Σπάνω όντες ελέπω κ’ ευτάς αΐκα ζαρωτά δουλείας, Πολλά εβάρυνα ασ’ σα λόγια ντο είπε με.

    επίσης:

    1) Κάνω κάποιον να αγανακτήσει: στενοχωρεύω, στεναχωρεύω, σταναχωρεύω.

    2) Αγανακτώ μέχρι παραφροσύνης: μαϊσούμαι

    3) Αγανάκτησε: εκοράκεν.

Καλή σας ανάγνωση!!