Η ψ̌υχή – ψυχͮή – ψ̌η της ποντιακής διαλέκτου!!

Advertisements

Η ψυχή  σύμφωνα με τον Άνθιμο Παπαδόπουλο, είναι λέξη λόγια κοινή εκ του αρχαίου ουσιαστικού ψυχή.

Αναφέρεται στην καθομιλουμένη της Ινέπολης, τα Κερασούντας, της Τραπεζούντας και της Χαλδίας ως ψυχͮή, στην Κερασούντα και Τρίπολη ως ψ̌υχή και ως ψ̌η παμποντιακά.

Στον πληθυντικό αριθμό: τα ψ̌ήα, οι ψ̌ες, τα ψυχάντας με την κατάληξη –άντας η οποία προήλθε αναλογικώς από την κατάληξη –άντοι, όπως και ευχͮή – ευχάντας, χαρά – χαράντας.

Παρακάτω θα δούμε την έννοια της λέξης όπως αυτή αναφέρεται στο «Ιστορικό Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου»

  1. Η ψυχή: φρ. Απέσ’ ατ’ ψ̌ην ’κ’ έχͮ’ (δεν έχει ζωτικότητα και μεταφορικά ανδρεία, γενναιότητα), ψ̌η ’κ’ επέμ’νεν ατον (δεν του απέμεινε ψυχή). Πατώ κα την ψ̌η μ’ (προσπαθώ να κρατηθώ στην ζωή), Η ψ̌η απέξου εμπαίνει (η καλή τροφή συνεπάγεται και την ευεξία). Η ψ̌η την ψ̌ην ’κ’ εθέλεσεν (αναφέρεται σε ασυμβίβαστους χαρακτήρες ανδρόγυνου), Με την ψ̌η μ’ επέμ’να (έχασα τα πάντα εκτός από την ζωή μου), Φέρω ψ̌ην (αναζωογονούμαι, γίνομαι δυνατότερος), Δίγω ψ̌ην (αναστένω νεκρό), Η ψ̌η μ’ ’κί θέλ’ α̤το (δεν το κάνει όρεξη), Εξέβεν η ψ̌η μ’ (ταλαιπωρήθηκα), Ευτάγω την ψ̌η μ’ (κάνω ευεργεσία για την μεταθανάτια ζωή μου), Βαρύν ψ̌ην έχͮ’ (είναι παχύσαρκος), Παροιμία: Άμον την κάταν εφτά ψ̌ήα έχͮ’ (σαν την γάτα έχει εφτά ψυχές, λέγεται για εκείνον που έχει ισχυρό οργανισμό)
  2. Πρόσωπο, άτομο: Ατόσα ψ̌ήα ’κ’ εχωρούν ’ς σ’ ατο το μικρόν τ’ οσπίτ’, Φράση: ψ̌η ’κ’ επέμ’νεν (δεν έμεινε ψυχή , αναφέρεται σε κατάσταση παντελούς ερημίας και απουσίας ανθρώπων), Παροιμία: Η ψ̌η την ψ̌ην ’κ’ εφτάνει (επί των επισπευδόντων την συντέλεση έργου)
  3. Ο λαιμός κάτω από τη σιαγόνα (από όπου νομίζεται ότι εξέρχεται η ψυχή),
  4. Πληθυντικός ψ̌ήα, τα γυναικεία στήθη (ως τα όργανα που παρέχουν ζωή).

Ένα σχόλιο

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.