Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου

Κοιματίζω – Κυματίζω δύο όμοιες στο άκουσμα λέξεις

Οι λέξεις του θέματος μας αν και ακουστικά τυγχάνουν όμοιες εντούτοις έχουν διάφορη σημασία.

Σύμφωνα με το Ιστορικό Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου του Άνθιμου Παπαδόπουλου έχουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

Κοιματίζω (Σάντα, Χαλδία),

Κατά ανομοίωση από τον τύπο κοιμεματίζω, εκ του θέματος του κοίμεμαν, γενική κοιμεματί(ου), από το ρήμα κοιμούμαι, βλέπε Αρχείο Πόντου 16, 21.
1. Κυρίως επί της νύμφης: κοιτάζω χαμηλά, κατεβάζω τα μάτια μου από σεβασμό (δλδ σαν να θέλω να κοιμηθώ) π.χ. στην Παροιμία: Άλλομίαν αν αντρίζω θα γροικώ και κοιματίζω (δλδ η πείρα είναι άριστος οδηγός),
2. Μεταφορικά: επί θαλάσσης, βρίσκομαι σε κατάσταση πλήρης γαλήνης, γαληνιώ, π.χ. Κοιματίζ’ η θάλασσα.

Κυματίζω (Κερασούντα, Τραπεζούντα)

Από το αρχαίο ρήματα κυματίζω που σημαίνει κινώ, εγείρω κύματα,
Επί της άκρης πυκνής βλάστησης των σπαρτών όπου τα στάχυα κυμαίνονται υπό της πνοής του ανέμου. π.χ. Κυματίζ’ το χωράφ’