“Αναλύω” στην Ποντιακή διάλεκτο – “Αναλύω” στην Νέα Ελληνική.

Η λέξη Αναλύω της Ποντιακής, όπως εξηγείται στο “Ιστορικό Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου” του Άνθιμου Παπαδόπουλου εκφράζεται όπως παρακάτω:

Αναλύω

Νικόπολη, Χαλδία

Αναλύγω

Σάντα, Χαλδία

Αναλύζω

Αμισός, Όφη, Τραπεζούντα, Χαλδία

Ανελύω

Ινέπολη

Αναλώ

Κερασούντα, Κοτύωρα, Νικόπολη, Σάντα, Τραπεζούντα, Χαλδία

Αιλενώ

Νικόπολη

Εκ του αρχαίου Αναλύω που σημαίνει Απολύω, διαλύω.

1) Θέτω κάτι εντός ύδατος με σκοπό να μαλακώσει. Φρ. Αναλυγμένον θελ’ α̤το (εννοεί το παξιμάδι, το λέμε για τεμπέλη),

Παράγωγες λέξεις: ανάλυσμαν, ανάλυγμαν.

Επίσης, διαβρεχόμενος γίνομαι μαλακώτερος, επί παραδείγματι στη Παροιμία: Απές ατ’ φακ’ ‘κ’ αναλεί (επί του ακριτόμυθου, ο οποίος μόλις ακούσει μυστικό το ανακοινώνει αμέσως, επίσης όπως εκείνος που πάσχει από πονόκοιλο ξερνά πρωτού μέσα του μουσκέψει η τροφή),

2) Διαβρέχω κάτι, και αμετ. γίνομαι διάβροχος, βρέχομαι, επί παραδείγματι Ενέλτσα ασ’ σην βρεχͮήν, Φρ. Ενέλτσεν ο κόλος ατ’(για εκείνον που ουρεί στον ύπνο του), Ενέλτσεν το χτήνον (η αγελάδα είναι ετοιμόγενη, λόγω των προηγούμενων υγρών του τοκετού), Ενέλτσεν το δόντ’ν ατ’ (αισθάνεται επιθυμία απολαύσεως, εκ μεταφοράς της εκκρίσεως άφθονου σάλιου, όταν γεννηθεί η επιθυμία προς κάτι φαγώσιμο), Ενέλτσεν (γενικώς για κάθε επιθυμία που εκδηλώνεται, όπως επί παραδείγματι, Ενέλτσεν να έρ’ται με τ’ εμεν (επιθύμησε να έρθει μαζί μου,

3) Τήκω, λειώνω.

Η λέξη Αναλύω όπως εξηγείται στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας του Γεωργίου Δ. Μπαμπινιώτη, Καθηγητή γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ετυμολογικά έχει όπως παρακάτω:

Αναλύω.

Οι επιστηµονικοί όροι αποτελούν µεταφρασμένα δάνεια, λ.χ. αναλυτική φιλοσοφία (< γερµ. analytische Philosophie), αναλυτική γλώσσα (< γερµ. analytische Sprache), αναλυτική γεωµετρία (< γαλλ. géométrie analytique), αναλυτική χηµεία (< γαλλ. chimie analytique) κ.ά.].

Αναλύω ρήμα μεταβατικό [ανέλυσα, αναλύ-θηκα, -µένος (λόγ. αναλελυµένος)]

1) Χωρίζω ένα σύνολο (υλικό ή αφηρηµένη έννοια) στα µέρη που το αποτελούν, στα συστατικά του στοιχεία, διακριβώνοντας παράλληλα τις µεταξύ τους σχέσεις: Αναλύω µια πρόταση και αναγνωρίζω συντακτικώς τους όρους της.

2) Εξετάζω (κάτι) προσεκτικά και διεξοδικά, για να προσδιορίσω αιτίες, παράγοντες, δυνατά αποτελέσµατα ή για να ερµηνεύσω (κάτι) εξηγώ: Προσπαθούν να αναλύσουν τα αίτια τής αποτυχίας τους || µου φάνηκε υπερβολικό το ποσό που µου ζητούσε και απαίτησα να µου αναλύσει τον λογαριασµό || ~ κείµενο | ποίηµα µε συγκεκριµένη µέθοδο,

3) Μετατρέπω στερεό σώµα σε υγρό µε θέρµανση ή µε την ανάµειξη του µε άλλο υγρό: ~ κερί | ζάχαρη Συνώνυμο: Λειώνω

4) (Σε περιφράσεις) (µεσοπαθητικό αναλύοµαι +σε) ξεσπώ σε…, ξεκινώ µε ιδιαίτερα έντονο τρόπο (κάτι): ~ σε λυγµούς | δάκρυα | επαίνους.

Λέξη µετοχή. (Ετυμολογία. αρχαία, αρχική σηµασία «λύνω – διαλύω», ανα + λύω. Η σηµασία «λειώνω» είναι µεσαιωνικό ενώ η σηµασία (2) ήδη αρχαία).

Από την ως άνω ανάλυση της λέξεως μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι η εξέλιξη της γλώσσας είναι πραγματικότητα. Όμως άλλοτε η εξέλιξη φέρνει μακροημέρευση άλλοτε γίνεται επικίνδυνη. Τούτο, διότι η παράδοση δεν εξελίσσεται, είναι ένας πλούτος τον οποίο δεν υπάρχει σήμερα οβολός για να τον εξαγοράσει. Κάθε αλλαγή της σηματοδοτεί μια άλλη παράδοση η οποία αν μη τι άλλο δεν θα μπορούσε να έχει σταθερές βάσεις. Οι βάσεις αυτές δημιουργούνται μέσω της ομογένειας ενός λαού και την πάλη του για την θεμελίωση αυτών. Ας προσπαθήσουμε να φτιάξουμε θώκους μέσα στους οποίους θα προστατευτούν όσα μας μεταλαμπάδευσαν οι πρόγονοί μας.

Πηγές:

α. Ιστορικό Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου, Άνθιμος Παπαδόπουλος

β. Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας, Γεώργιος Δ. Μπαμπινιώτης.