Τα μέτρα και τα σταθμά στον Πόντο, της Γιώτας Ιωακειμίδου

Advertisements

Η ικανότητα του ανθρώπου να μετρά και να συγκρίνει είναι συνυφασμένη με τον πολιτισμό. Οι μονάδες μέτρησης για πολλούς αιώνες ήταν πολλοί και διαφορετικοί σε διαφορετικούς πολιτισμούς. Μετά την γαλλική επανάσταση επικράτησε ένα ενιαίο μετρικό σύστημα  και απλοποιήθηκε η μετρική διαδικασία.

Γιώτα Ιωακειμίδου

Στον Πόντο τα χρησιμοποιούμενα μέτρα και σταθμά διέφεραν καμιά φορά από περιοχή σε περιοχή. Κοινό μέτρο βάρους ήταν η οκά, οθωμανική μονάδα μέτρησης  μάζας, η οποία συνέχισε να χρησιμοποιείται μέχρι την δεκαετία του 50 και στην Ελλάδα και αντιστοιχούσε με 1989 χιλιόγραμμα. Η οκά υποδιαιρούνταν σε 400 δράμια. Τα πολλαπλάσια της οκάς ήταν  το πατμάν’, έξι οκάδες. «Η μερμήκα εζύχτε με τ’ εκεινές το γαντάρ και είπε σεράντα πατμάνα̤ είμαι» (για όσους αυτοαξιολγούνται και πιστεύουν ότι αξίζουν πολύ). Το γαντάρ’ ή  καντάρ’ ήταν 44 οκάδες.  Το τσεκί ήταν ίσο με 4 καντάρια.  Το τούχτ’ ήταν μονάδα βάρους με την οποία ζύγιζαν οι υφάντρες  τα μάλλινα νήματα. Αντιστοιχούσε σε 50 δράμια και ήταν το ένα όγδοο της οκάς. Η λέξη τούχτ’ ίσως είναι παραφθορά της λέξης όγδοον.

Άλλη μονάδα βάρους ήταν το ξάι, από το λατινικό exagium , δήλωνε την ελάχιστη ποσότητα. Ισοδυναμούσε με το 1 δέκατο έκτο της ουγγιάς. Χρησιμοποιείται ποσοτικά π.χ.  έναν ξάι φαίν και χρονικά π.χ. ας κάθουμαι ένα ξάι, ενεγκάστα. Το μέτρο αυτό βάρους στο Βυζάντιο ζύγιζε μυρωδικά και πολύτιμα πράγματα γενικά, όπως πυρίτιδα, σφαιρίδια για κυνηγητικά όπλα, μεταξόσπορο, μπαχαρικά.

Για τα σιτηρά χρησιμοποιούσαν το κότ’, η αρχαία κοτύλη. Στην αρχαία Ελλάδα η βάση των μονάδων για τη μέτρηση των στερεών ήταν ο κύαθος (0.046 λίτρα), Παράγωγες μονάδες από τον κύαθο:  1 κοτύλη = 6 κύαθοι ( 0.276 λίτρα). Στον Πόντο το κοτ’ (κοτύλη) κατασκευαζόταν από ξύλο ελάτου και είχε στον λιμό του ένα σιδερένιο τσέρκι.   Το κιφάλ’ν’ ατ΄άμον κότ’ = κοτοκέφαλος, χοντροκέφαλος.  Το ρήμα κοτέω= μετρώ με το κότ’.  Το ψωμιάρ’ ήταν μια ποσότητα από 16 κότα̤ , εποίκαμε δύο ψωμιάρα̤ κοκκία.

Στην Χαλδία  χρησιμοποιούσαν και το  χͮοινίκ’ που ισοδυναμούσε με δυόμισι κότα̤. Ο Χοίνιξ ήταν μέτρο χωρητικότητας για ξηρά από την αρχαία Ελλάδα και ισοδυναμούσε εκεί με το 1/48 του μεδίμνου. Ο μέδιμνος ήταν περίπου 38 οκάδες, επομένως  ο χοίνιξ περίπου 315 δράμια.

Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο το καθημερινό σιτηρέσιο ενός στρατιώτη ήταν   ένας χοίνιξ σταριού, «ἡ γὰρ χοῑνιξ ἡμερήσιος τροφή». Η καθημερινή ζωή των δούλων  «ήταν πλέον δυοῑν σοι χοινίκων ὁ δεσπότης παρέχει», δυο χοίνικες δηλαδή. Τη λέξη συναντάμε και στην αποκάλυψη: « καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγουσαν· χοῖνιξ σίτου δηναρίου, καὶ τρεῖς χοίνικες κριθῆς δηναρίου.»

Το καπίτς ήταν 100 – 150 δράμια  και ήταν το δικαίωμα του μυλωνά για το άλεσμα από κάθε κότ. Το μέτρο και η λέξη είναι επίσης από ην αρχαία Ελλάδα. Είναι η αρχαία καπίθη που ισοδυναμούσε με δυο χοίνικες, ήρθε από την Περσία και μας λέει ο Ξενοφών: «η καπίθη εχώρει δύο αττικάς χοίνικας »

Μέτρα όγκου καθημερινής χρήσης ήτα και η βούρα = όσα χωράει η  παλάμη και η γοσέα = όσα χωράνε δυο παλάμες.

Μέτρο  μέτρησης υγρών ήταν η λογαρκή ,ήταν η μισή οκά. Η λέξη  είναι βυζαντινή  και απαντάται σε χειρόγραφο του 16ου αιώνα της μονής κουτλουμουσίου: «βάλε ύδωρ λογαρικήν, ήγουν λίτραν μίαν»

Μέτρα μήκους ήταν το αρσίν ή πήχης 0,75 μ., η ενταζά 0,65 μ η αγκωνέα, μήκος από τον αντίχειρα μέχρι τον αγκώνα. Η οργυιά ή ορκέα ή ορέα είναι το αρχαίο ελληνικό οργυιά, είναι η έκταση των δυο χειρών, με ορέας μετρούσαν τα άχυρα που έτρωγε ένα μεγάλο ζώο. Η πιθαμέα ανθρωπομετρική μονάδα μήκους και αυτή, η απόσταση ανάμεσα στα άκρα των τεντωμένων δακτύλων αντίχειρα και μικρού, ίση με 18 εκατοστά περίπου. Τέλος  το λυκόχασμαν, το άνοιγμα του στόματος του λύκου, δηλαδή το άνοιγμα από τον αντίχειρα μέχρι τον δείκτη.

Η πρώτη γενιά ποντίων αναφερόταν συχνά στα μέτρα αυτά, έστω κι αν δεν χρησιμοποιούντο επίσημα. Ειδικά αυτά που αφορούσαν την καθημερινότητα: ορέα, αγκωνέα, πιθαμέα, λυκόχασμαν.