Οι καταλήξεις της ποντιακής διαλέκτου, γράμματα “Α” & “Β”

Στο παρών άρθρο γίνεται μια προσπάθεια συγκεντρωτικής καταγραφής των καταλήξεων της ποντιακής διαλέκτου, αρχίζοντας από τα γράμματα “Α” και “Β”. Καλή σας ανάγνωση.

Χαριτίδης Κ. Ιωάννης

Α.
-άβα: Με αυτήν την κατάληξη σχηματίζονται θηλυκά προσηγορικών ονομάτων, κυρίων, επωνύμων και σπανίως επιθέτων επί παραδείγματι, Αλευράς – αλευράβα, Κοσμάς – Κοσμάβα, κακάς – κακάβα.


-άδα: Από την αιτιατική -άδα των αρχαίων ουσιαστικών λέξεων με κατάληξη σε -ας επί παραδείγματι, αγελάδα, φορβάδα κτλ. Με την κατάληξη αυτή σχηματίζονται αφηρημένα επίθετα από ουσιαστικά όπως, έμορφος – εμορφάδα, νόστιμος – νοστιμάδα κτλ
-άζω: Με αυτήν την κατάληξη σχηματίζονται ρήματα από ονοματοποιημένους φθόγκους, όπως: γάγκλ – γαγκλάζω, ροχ – ρογάζω κτλ
-αίνα: Αποχωρίστηκε από τα αρχαία θηλυκά σε -αίνα, όπως γείταινα, δράκαινα θεράπαινα, λύκαινα. Με αυτήν σχηματίζονται θηλυκά ουσιαστικών όπως, άρκος – άρκαινα, χωρέτες – χωρέταινα και θηλυκά επιθέτων όπως, ακαμάτης – ακαμάταινα, ανοιχτομμάτης – ανοιχτομμάταινα, μαυρομμάτης – μαυρομμάταινα κτλ
-αίνομαι: Με αυτήν την κατάληξη σχηματίζονται ρήματα από ουσιαστικά όπως, καυχͮία – καυχͮαίνομαι, χολή – χολαίνομαι κτλ
-αίος: Είναι η αρχαία κατάληξη -αίος όπως, Αθηναίος, Θηβαίος, Μυτιληναίος κτλ. Με αυτή σχηματίζονται ονόματα που δηλώνουν τον κάτοικο ενός τόπου όπως, Κερασούντα – Κερασουνταίος, Τραπεζούντα – Τραπεζουνταίος και ουσιαστικά από ουσιαστικά όπως, χρόνος – χροναίον, μήνας – μηναίον κτλ
-α̤κός: Εκ της αρχαίας κατάληξης -ιακός π.χ. θηριακός κτλ. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά δηλούντα τον ανήκοντα στο προτώτυπο όπως, άγουρος – αγουρα̤κός, γείτονας – γειτονα̤κός, κορίτζιν – κοριτζ̌α̤κός
-άλ(ιν): Αποχωρίστηκε από τα αρχαία ουσιαστικά σε -άλιον όπως, κροτάλιον, σανδάλιον κτλ. Με αυτή την κατάληξη σχηματίζονται ονόματα από επίθετα όπως, ξένος – ξενάλιν κτλ.
-ανίζω: Με αυτή την κατάληξη σχηματίζονται ρήματα από ονοματοποιημένους φθόγγους όπως, γριτζ’ – γριτζανίζω, κα κα – κακανίζω, γρα γρα – γραγρανίζω (αρχίζω και βρέχω), βουρκ – βουρκανίζω κτλ
-α̤νός: Από την παλιά κατάληξη -ιανός, όπως, Ηρωδιανός, Χριστιανός, Ευτυχιανός κτλ, Με αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά και επίθετα που δηλώνουν α. Τον έχοντα την ιδιότητα του πρωτοτύπου όπως, κοντάκιν – κοντακα̤νός, μαυρειδής – μαυρειδα̤νός, ρόδον – ροδα̤νός κτλ β. Τον ανήκοντα στο πρωτότυπο όπως, βράδυ ή βραδή – βραδα̤νός, χωρέτες – χωρετα̤νός κτλ.
-ά̤νος: Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά α. Δηλούντα την ιδιότητα του πρωτοτύπου όπως, μασχαρεία – μασχαρά̤νος, τραγωδία – τραγωδά̤νος, β. Δηλώνει ιδιότητα όπως και το προτώτυπο όπως, καλετής – καλετά̤νος, χορευτής – χορευτά̤νος κτλ
-άντ(οι): Έχει τις ρίζες του από τα αρχαία ονόματα σε -άντες στον πληθυντικό όπως, άλλας – αλλάντες, ανδριάς – ανδριάντες, ιμάς – ιμάντες κτλ καθώς και από μετοχή όπως, διαβάντες, καταστάντες, μεταβάντες κτλ. Με αυτή δηλώνεται το σύνολο των μελών μιας οικογένειας ή έθνους ή επαγγέλματος όπως, Αποστολάντ(οι), Θοδωράντ(οι), Αρμενάντ(οι), Τουρκάντ(οι), αλογάς – αλογάντ(οι), κοβλακάς – κοβλακάντ(οι) κτλ Η γενική -αντων χρησιμεύει ως κατάληξη για τοπωνύμια δηλώνοντας τον τόπο διαμονής ή το χωριό όπως, Αντωνάντων, Γι͜αννάντων, Χαλκάντων κτλ
-αρέα: Απεχωρίσθει ως ιδία παραγωγική κατάληξη από ουσιαστικά λήγοντα σε -αρεα όπως, κονταρέα, φτα̤ρέα κτλ, παράγωγα από ουσιαστικά σε -άριν, κοντάριν , φτά̤ριν κτλ με την κατάληξη -έα. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά που δηλώνουν τόπο όπως, κρεββάτι – κρεββαταρέα, στρώμα – στρωματαρέα κτλ
-αρείον ή -αρείος: Αποχωρίσθηκαν από το καρβωναρείον – καρβωναρείος εκ του καρβωνάρης και της κατάληξης -είον. Με αυτή την κατάληξη σχηματίζονται ουσιαστικά ουδέτερα και αρσενικά ταυτόσημα δηλωτικά τόπου όπως, άψιμον – αψιμαρείον, καμπάνα – καμπαναρείον και καμπαναρείος, ξύλον – ξυλαρείον κτλ
-άρης: Από αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά ή ρήματα που δηλώνουν τον έχοντα σε υπέρτατο βαθμό την έννοια του πρωτοτύπου όπως, γλώσσα – γλωσσάρης (φλύαρος), αρνίγουμαι – αρνιγάρης (μισάνθρωπος) κτλ,
-ά̤ρης: Κερασούντα, Οινόη, -ά̤ρ’ς ή -ά̤ρτς Κοτύωρα, Σάντα Τραπεζούντα, Χαλδία, θηλυκό -α̤ρία, ουδέτερο -ά̤ριν, -ά̤ρ’, -ά̤ρικον, -ά̤ρ’κον, -ά̤ρ’κο εκ της μέσης καταλήξεως -ιάρης. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα α. Από ονόματα όπως, εντροπή – εντροπά̤ρης – εντροπα̤ρία – εντροπά̤ριν, χρόνος – χρονά̤ρης – χρονα̤ρία – χρονά̤ριν, β. Από επίθετα όπως, αγνός – αγνά̤ρης.
-αρίζω: Αποχωρίσθηκε από μιμητικά ρήματα όπως, γαργαρίζω, χαρχαρίζω κτλ. Με αυτή σχηματίζονται ρήματα από ονοματοποιημένους φθόγγους όπως, ογκ – ογκαρίζω, κοχ – κοχαρίζω, τριτζ – τριτζαρίζω, γαρ – γαρίζω κτλ
-άρι(ν) Ι: Από την αρχαία υποκοριστική κατάληξη -άριον όπως, κυνάριον, μαστάριον κτλ Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν ότι και το πρωτότυπο όπως, πετεινός – πετεινάριν κτλ, ΙΙ: Από την μεταγενέστερη και μέση κατάληξη -άριον από την λατινική -arium. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά α. Από ρήματα και ουσιαστικά που δηλώνουν το όργανο όπως, ανοίγω – ανοιγάριν, θράκα – θρακάριν κτλ, β. Από αριθμητικά που δηλώνουν ποσό όπως, δέκα – δεκάριν, οχτώ – οχτάριν κτλ.
-ας: Με αυτή την κατάληξη σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν, α. Τον κατασκευάζοντα ή το πωλούντα το υπό του πρωτοτύπου δηλούμενο όπως, αδράχτι – αδραχτάς, αλεύριν – αλευράς, μολύβιν – μολυβάς κτλ, β. Τον έχοντα κάτι σε μεγάλο μέγεθος όπως, ποδάριν – ποδαράς, χͮείλος – χͮειλάς κτλ, γ. Τον κατά ηλικία μεγαλύτερο του δηλωμένου από το πρωτότυπο όπως, παιδίν – παιδάς κτλ
-ασέα: Με την εν λόγω κατάληξη μαζί με τα πρωτότυπα σχηματίζονται ζεύγη παράλληλα αφηρημένων, ουσιαστικών α. Από επίθετα όπως, πικρός – πικρασία και πικρασέα, χαμελός – χαμελασία και χαμελασέα, β. Από ουσιαστικά όπως, γέννημαν – γεννημασία και γεννημασέα, λιμένας – λιμενασία και λιμενασέα, γ. Από ρήματα όπως, αποδα̤βαίνω – αποδεβασέα.
-ασία: Από τα αρχαία ουσιαστικά θερμασία, ξηρασία, υγρασία κτλ κατά επέκταση από τους παλαιότερους τύπους θέρμανσις, ξήρανσις, ύγρανσις, αποχωρίσθηκε από το -ασία ως όμοια κατάληξη. Με αυτή σχηματίζονται αφηρημένα ουσιαστικά από επίθετα όπως, ζεστός – ζεστασία, ορθός – ορθασία κτλ,
-άτες: Με αυτή την κατάληξη σχηματίζονται ουσιαστικά που δηλώνουν τον κάτοικο ενός τόπου όπως, Ματζούκα – Ματζουκάτες κτλ,
-ά̤τες: Από την αρχαία κατάληξη -ιάτης π.χ. Ασιάτης, Σπαρτιάτης κτλ. Με αυτή την κατάληξη σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά που δηλώνουν τον έχοντα το δηλούμενο από το πρωτότυπο όπως, χρόνος – χρονά̤τες, χρυσοκώδωνον – χρυσοκωδωνά̤τες κτλ.
-ά̤τικος: Προέρχεται από την κατάληξη -ιάτικος της κοινής. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά που δηλώνουν τον ανήκοντα στο πρωτότυπο όπως, άγουρος – αγουρά̤τικος κτλ.
-άτορας: Με αυτήν σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά με την ίδια έννοια όπως, φύλακας – φυλακάτορας κτλ.
-αφίζω: Αποχωρίσθηκε από το τζαφίζω και τα όμοια του. Με την κατάληξη αυτή σχηματίζονται ρήματα από ονοματοποιημένους φθόγγους όπως, τζαρ – τζαραφίζω, γριντζ̌ – γριντζ̌αφίζω κτλ.

Β.
-βόλι: Από αυτήν την κατάληξη σχηματίζονται ουσιασικά από ουσιαστικά και δηλώνουν πλησμονή σε σχέση με το πρωτοτύπ όπως, πόνος – πονοβόλι (αναφέρεται στον άνθρωπο που προσβάλλεται από ποικίλες νόσους)
-βολώ: Κατάληξη παραγωγική με την οποία σχηματίζονται ρήματα σύνθετα όπως, πετροβολώ κτλ.

Πηγή: 1ος Τόμος, του Ιστορικού Λεξικού της Ποντικής Διαλέκτου, του Άνθιμου Παπαδόπουλου.