Οι καταλήξεις της ποντιακής διαλέκτου, γράμμα “Ε”

-έα: 1η περίπτωση, Είναι η αρχαία μεταγενέστερη κατάληξη -εα δηλωτική φυτών όπως, απιδέα, μηλέα, συκαμινέα κτλ Νεώτερα: κεντέα, κρανέα, μαγκαλέα, μεσφιλέα, οξέα, πωρικέα κτλ,
2η περίπτωση, Από αυτή σχηματίζονται από ενεστωτικά θέματα ουσιαστικά αφηρημένα όπως, αγαναχτώ – αγαναχτέα (ιδ. αγαναχτία),

-έας: Έλαβε την αρχή από την αρχαία κατάληξη -εα των εις -ευς ονομάτων, παράγωγων από ουσιαστικά και δηλωτικά επαγγελμάτων όπως, βαφή – βαφεύς -βαφέα, χαλκός – χαλκεύς – χαλκέα κτλ ή ιδιότητας όπως, φόνος – φονεύς – φονέα κτλ. Η κατάληξη είναι αρχαία όπως μαρτυρά το πλήθος των κυρίων ονομάτων σε -έας παράλληλα με τα σε -εύς όπως, Αμοιβεύς – Αμοιβέας, Αριστεύς – Αριστέας, Θρασεύς – Θρασέας κτλ. Με αυτήν την κατάληξη σχηματίζονται 1. Προσηγορικά ή επίθετα: α. Από ουσιαστικά που δηλώνουν τον έχοντα την έννοια του πρωτοτύπου όπως, γλώσσα – γλωσσέας, δαίμονας – δαιμονέας, μαλλίν – μαλλέας, μύξα – μυξέας κτλ, β. Από επίθετα που δηλώνουν τον έχοντα ως ελάττωμα την ιδιότητα του πρωτοτύπου όπως, κίτρινος – κιτρινέας (κιτρινιάρης), ξερός – ξερέας (κατάξερος) κτλ, γ. Από ουσιαστικά δηλούντα τον προξενούντα το υπό του πρωτοτύπου δηλούμενο όπως, ζεμία – ζεμέας κτλ, δ. Από ρήματα δηλούντα τον εκφράζοντα την αφηρημένη αυτών έννοια όπως, αγαναχτώ – αγαναχτέας, ζαρώνω – ζαρέας, μουρδουλίζω – μουρδουλέας, τεντελίζω – τεντελέας κτλ. 2. Ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν τον ανήκοντα όπως, ξενιτεία – ξενιτέας κτλ.
-είον: Είναι η αρχαία κατάληξη ονομάτων όπως, ιερατείον, γυναικείον, νυμφείον κτλ. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν τόπο στον οποίο βρίσκεται ή διαμένει το από του πρωτοτύπου δηλούμενο όπως, γούμενος – γουμενείον, καρβωνάρης – καρβωναρείον κτλ.
-είος: Προέρχεται από την κατάληξη -είον κατά αναλογία της κατάληξης -ίος παρά την -ίον όπως, βεξίον – βεξίος ή και των δευτερόκλιτων βουκολείος, σκολείος παρά τα ουδέτερα βουκολείον, σκολείον. Με αυτήν σχηματίζονται ουσιαστικά που δηλώνουν τόπο όπως, καρβωνάρης – καρβωναρείος.
-έλλιν: Από μεταγενέστερα υποκοριστικά σε -έλλιον όπως, κρίκος – κρικέλλιον, φραγέλη – φραγέλλιον, αποχωρίσθηκε το -έλλι ως όμοια παραγωγική κατάληξη. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά που σημαίνουν ότι και το πρωτότυπο όπως, κουντζίν (μίσχος) – κουντζέλλιν κτλ.
-ενός: Από την αρχαία κατάληξη -ηνός όπως, Αρτακηνός, Κυζικηνός κτλ. Με αυτή σχηματίζονται 1. Ονόματα που δηλώνουν τον κάτοικο ενός τόπου όπως, Άδισα – Αδισενός, Άτρα – Ατρενός κτλ, 2. Επίθετα από ουσιαστικά που δηλώνουν χρόνο όπως, βράδυ – βραδενός κτλ.
-ένo̤ς, -ένος, -ένες: Προέρχονται από την παλαιά κατάληξη -ένιος η οποία προέρχεται από την σύμφυρση των αρχαίων καταλήξεων -ινος και -έινος όπως, πτελένιος – πτελ-έινος. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα μετουσιαστικά δηλωτικά ύλης όπως, αλεύριν – αλευρένo̤ς – αλευρένος – αλευρένες, ασήμιν – ασημένo̤ς – ασημένος – ασημένες κτλ.
-ερή: Κατά μεταπλασμό από την παραγωγική κατάληξη -ερόν. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν το δοχείο στο οποίο το πρωτότυπο τοποθετείται όπως, αλάτιν – αλατερή, αλεύριν – αλευρερή, προζύμιν – προζυμερή κτλ.
-ερός: Αποχωρίσθηκε από την όμοια αρχαία κατάληξη επιθέτων όπως, τρομερός, φοβερός, φθονερός κτλ. Με αυτή σχηματίζονται 1. Επίθετα από ουσιαστικά δηλούντα τον έχοντα το από του πρωτοτύπου δηλούμενο όπως, ζωμίν – ζωμερός κτλ, 2. Επίθετα από επίθετα δηλούντα τον έχοντα ομοιότητα προς τον από του πρωτοτύπου δηλούμενο όπως, μαυρειδής – μαυρειδερός κτλ, 3. Επίθετα από ρήματα ενεργητικής σημασίας όπως, κόφτω – κοφτερός κτλ.
-έσιμος: Από την αρχαία κατάληξη -ήσιμος όπως, αγάπησις – αγαπήσιμος, χρήσις – χρήσιμος κτλ. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά που έχουν που έχουν την έννοια του πρωτοτύπου όπως, ζελεία – ζελέσιμος κτλ.
-εσινός -ισινός: Με αυτή σχηματίζονται χρονικά επίθετα όπως, άνοιξη – ανοιξεσινός – ανοιξεζ’νός, εμπρός – εμπρισινός – εμπριζ’νός κτλ.
-έσιος, -έσ'(ιν) [-ήσιος, -ήσ(ιν)]: Εκ της μεσαιωνικής καταλήξεως -ήσιος. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα που δηλώνουν τον ανήκοντα στο πρωτότυπο όπως, βουνόν – βουνέσιος, γυναίκα – γυναικέσιος, Άγουστος – Αγουστέσιν κτλ
-έσκω: Είναι η αρχαία κατάληξη -έσκω πιστοποιούμενη από τους παρατατικούς του Ομήρου ατιμάζεσκεν, εθέλεσκεν κτλ. Με αυτή σχηματίζονται ρήματα από ρήματα κατά παρέκταση όπως, γι͜άνω – γι͜ανέσκω κτλ.
-έσσα: Με αυτή σχηματίζονται θηλυκά επίθετα όπως, άνοστος – άνοστεσσα, κακός – κακέσσα κτλ.
-έτες: Από την αρχαία κατάληξη -ήτης, Αίγινα – Αιγινήτης. Με αυτή σχηματίζονται ονόματα που δηλώνουν τον κάτοικο τόπου όπως, Κάν(ιν) – Κανέτες, Κρόμ(ιν) – Κρομέτες κτλ.
-έτζης: Με αυτή σχηματίζονται από ουσιαστικά και ρήματα προσηγορικά ή επίθετα που δηλώνουν το δρων πρόσωπο όπως, δάκνω – δακνετζής, κλάνω – κλανετζής κτλ
-έτζιν: Με αυτή σχηματίζονται από ρήματα επίθετα ουδέτερα όπως, εγδύζω – αγδέτζιν (γυμνό).
-ετικός (-ητικός): Η αρχαία παρεκτεταμένη κατάληξη -ητικός επιθέτων εκ ρημάτων περισπωμένων όπως, αγαπώ – αγαπητικός, ελεώ – ελεητικός κτλ. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά που δηλώνουν τον έχοντα την έννοια του πρωτοτύπου όπως, πόνος – πονετικός, υπομονή – υπομονητικός κτλ.
-ετός: Από την αρχαία κατάληξη -ητος. Με αυτή σχηματίζονται αφηρημένα ουσιαστικά από ρήματα όπως, φεύω – έφυγα – φυγετός, φυσώ – φυσετός κτλ.
-έτσω: Κατάληξη παραρωγική Ινεπόλεως. Εκ της αρχαίας κατάληξης -έσκω όπως πιστοποιείται στους παρατατικούς του Ομήρου, αριστεύεσκεν, καλέσκεν, κλαίεσκεν, μένεσκεν κτλ. Από αυτή σχηματίζονται ρήματα απο ρήματα με έννοια συνήθως θαμιστική (συνεχόμενη – επανειλημμένη) όπως, άφτω – αφτέτσω, πιάνω – πιανέτσω κτλ.
-εύω: Με αυτή σχηματίζονται ρήματα 1. Μιμητικά όπως, τζιλτ – τζιλτεύω, 2. Δάνεια από την Τουρκική όπως aramak – αραεύω, axtarmak – αχταρεύω κτλ.

πηγή: Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου