Οι Καταλήξεις της ποντιακής διαλέκτου, γράμμα “Ι”

Σε συνέχεια προηγούμενων μου άρθρων σχετικά με τις καταλήξεις της ποντιακής μας διαλέκτου παρακάτω σας παραθέτω αυτές του γράμματος γιώτα “Ι”. Καλή σας ανάγνωση. Χαριτίδης Κ. Ιωάννης.

-ία: 1η Περίπτωση
Είναι η αρχαία κατάληξη -ια. Με αυτή σχηματίζονται παράγωγα αφηρημένα ουσιαστικά 1. Από επίθετα όπως, άμελος – αμελία, εφτωχός – εφτωχͮία κτλ, 2. Από ονόματα όπως, άνθρωπος – ανθρωπία, κλέφτες – κλεφτία, ψεύτες – ψευτία κτλ, 3. Από τα εις -σις αρχαία ουσιαστικά κατά παρέκταση όπως, παραίνεσις – παραινεσία κτλ, 4. Από ρήματα α) Από τον Ενεστώτα όπως, αγαναχτώ – αγαναχτία, καταφρονώ – καταφρονία, παρακαλώ – παρακαλία κτλ, β) Από τον αόριστο όπως, αλέθω – έλεσα – αλεσία, φορώ – εφόρεσα – φορεσία κτλ.
2η Περίπτωση
Η αρχαία καταληξη -ία. Με αυτή σχηματίζονται από επίθετα ουσιαστικά τοπικής έννοιας όπως, χαμελός – χαμελία (μέρη χαμηλά)
3η Περίπτωση
Κατάληξη παραγωγική. Από την αρχαία -ία. Με αυτή σχηματίζονται θηλυκά επίθετα σε -ης ή -ος όπως, αγγουρομύτης – αγγουρομυτία, ζαροκέρατος – ζαροκερατία, ζαρόκολος – ζαροκολία, μακροχͮείλης – μακροχͮειλία κτλ.
-ι͜άρης: Κατάληξη παραγωγική. Είναι η μέση κατάληξη -ιάρης. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικά που δηλώνουν τον έχοντα καθ’ υπερβολή το από του πρωτοτύπου δηλούμενο όπως, γνώμη – γνωμι͜άρης κτλ.
-ίδ(ιν): Κατάληξη παραγωγική. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά 1. Από ουσιαστικά έχοντα την έννοια του πρωτοτύπου όπως, δάφνη – δαφνίδιν, θάνατος – θανατίδιν κτλ, 2. Από ρήματα που δηλώνουν το αποτέλεσμα όπως, κουλίζω – κουλίδιν (αποκομμένο κεφάλι μικρού ψαριού), συλλύω (θραύω) – συλλίδιν (θραύσμα – κομμάτι) κτλ
-ίζω: Κατάληξη παραγωγική. Η αρχαία κατάληξη -ίζω. Με αυτή σχηματίζονται ρήματα 1. Από ονοματοποιημένους φθόγγους όπως, γαρ – γαργαρίζω, κοχ – κοχίζω, γουρ – γουργουρίζω κτλ, 2. Από την σύνθεση της προθέσεως “από” με την στερητική έννοια και ουσιαστικού όπως, από + καρδία – αποκαρδίζω, από + γούλα – απογουλίζω (αποκεφαλίζω) κτλ.
-ίκα (θηλ) -ίκας (αρσ): Κατάληξη παραγωγική. Με αυτές σχηματίζονται 1. Υποκοριστικά κυρίων ονομάτων όπως, Άννα – Αννίκα, Μαρία – Μαρίκα, Φώτω – Φωτίκα κτλ καθώς και Γιάννες – Γιαννίκας, Γι͜ώρης – Γι͜ωρίκας, Πάνος – Πανίκας κτλ 2. Με την -ίκα α) Υποκοριστικά επιρρήματα όπως, τώρα – τωρίκα (τώρα δα), β) Ονόματα από ρήματα όπως, φουμίζω – φουμίκα (εκείνη που θυμώνει, που κακιώνει).
-ίκ(ιν): Κατάληξη παραγωγική, από την αρχαία κατάληξη -ίκιον, υποκοριστικό ουσιαστικών με χαρακτήρα “κ” όπως, κύλιξ – κιλίκιον, πέρδιξ – περδίκιον κτλ. Το -ιν σώζεται ή αποσιωπάται κατά ιδιώματα. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά που δηλώνουν την ιδιότητα του πρωτοτύπου όπως, κακάς (ασθενής) – κακάδες (πληθ) – κακαδίκ(ιν) (ασθένεια), νύφε – νυφάδες (πληθ) – νυφαδίκ(ιν) (το καθήκον της νύφης) κτλ.
-ικός & -ικος: Κατάληξη παραγωγική. Η αρχαία κατάληξη -ικός. Με αυτή σχηματίζονται 1. Επίθετα από ουσιαστικά που δηλώνουν τον ανήκοντα στο πρωτότυπο όπως, αδελφός – αδελφικός, βάθος – βαθικός, βασιλέας – βασιλικός κτλ, 2. Ουδέτερα συνήθως πληθυντικού αριθμού εύχρηστα ως ουσιαστικά όπως, άρρωστος – αρρωστικά, γονέοι – γονικά κτλ.
-ιν: Κατάληξη παραγωγική. Από την μέση κατάληξη -ιον όπως, λασίον, κλαδίον έπειτα “λάσιον κλαδίν” και τελευταία αναλογικώς “λασίν κλαδίν”. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα ουδέτερα 1. Από ουδέτερα επίθετα σε -ον κατά μεταπλασμό όπως, άναλον – ανάλιν, αργυρόν – αργυρίν, στυφόν – στυφίν, 2. Από τα ουδέτερα των σε -ήσιος επιθέτων όπως, άντρας – αντρέσιος – αντρέσιν, μωρός – μωρέσιος – μωρέσιν κτλ, 3. Από τα ουδέτερα των σε -ά̤ρης επιθέτων όπως, εντροπά̤ρης – εντροπά̤ριν, 4. Από τα ουδέτερα των σε -ειδής επιθέτων όπως, ασπρειδής – ασπρειδίν, 5. Από ουσιαστικά όπως, ανθός – ανθίν, σίδερον – σιδερίν, 6. Από ουσιαστικά σε -ιν κατά σημασιολογική μετάπτωση όπως, κωδώνιν (ηχηρό), 7. Από σύνθεση του στερητικού “α” μετά ρηματικού θέματος όπως, α+κλειδώνω – ακλείδιν (ακλείδωτο), α+χωνεύω – αχώνιν (αχώνευτο), 8. Από σύνθεση επιρρημάτων μετά ρηματικού θέματος όπως, απάνω + σωρεύω – απανωσώριν (επί καρπών το από του δέντρου συλλεγόμενο), καλά + ψένω – καλέψιν (καλοψημένο) κτλ, 9. Από ρηματικά παράγωγα σε -τέριν, -τήριν όπως, κατά + φτύζω – καταφτυστέριν κτλ.
-ίνα: Κατάληξη παραγωγική. Η μεταγενέστερη κατάληξη -ίνα από την λατινική -ina. Με αυτή σχηματίζονται 1. Ανδρωνυμικά όπως, Αβράμης – Αβραμίνα, Θόδωρος – Θοδωρίνα, Λάζαρος – Λαζαρίνα και θηλυκά προσηγορικών όπως, δά̤σκαλος – δα̤σκαλίνα, κτλ 2. Προσηγορικά όπως, γάλα – γαλαχτίνα (μύκητας γάλακτος), εσάπα – σαπίζω – σαπίνα (ξύλο σκουληκοφαγωμένο).
ινός: Αρχαία κατάληξη. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα 1. Από ουσιαστικά όπως, μεσημέριν – μεσημερ(ι)νός κτλ, 2. Από επιρρήματα όπως, πρώτα – πρωτινός, ύστερα – υστερ(ι)νός κτλ.
-ίον, -ίος: Από τα αρχαία ουσιαστικά σε -ίος παράγωγα ρημάτων τα οποία δηλώνουν την αφηρημένη έννοια αυτών όπως, βήχω – βηχίον (ελαφρός βήχας). Με αυτές σχηματίζονται ουσιαστικά από ρήματα που δηλώνουν την αφηρημένη αυτών έννοια όπως, βέχω – βεχͮίον, έβεξα – βεξίον και βεξίος, βόσκω – βοσ̌κίον – βοσ̌κίος κτλ
-ίσκιν: Κατάληξη παραγωγική. Από την αρχαία κατάληξη -ισκίον. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά και δηλώνουν ότι και το πρωτότυπο όπως, ψαθύριν – ψαθυρίσκιν.
-ίσσα: Χρησιμεύει στον σχηματισμό θηλυκών ονομάτων, επιθέτων και μετοχών όπως, αντράδελφος – αντραδέλφισσα, χωρέτες – χωρέτισσα κτλ.
-ιστικός: Με αυτή σχηματίζονται επίθετα από ουσιαστικα και δηλώνουν τον ανήκοντα στο πρωτότυπο όπως, άγουρος – αγουρίστικος, γυναίκα – γυναικίστικος κτλ.
-ίτα: θηλυκό του -ίτης. Με αυτή σχηματίζονται ονόματα φυτών, παράγωγα εξ ουσιαστικών με τα οποία έχουν οπτική ομοιότητα όπως, αλεύρι – αλευρίτα, βελόνιν – βελονίτα κτλ.
-ίτες, 1η Περίπτωση: Κατάληξη παραγωγική. Από την αρχαία κατάληξη -ίτης ονομάτων όπως, Άβδηρα – Αβδηρίτης κτλ. Με αυτή σχηματίζονται ονόματα που δηλώνουν τον κάτοικο τόπου όπως, Θέμπεδα – Θεμπεδίτες, Λιβερά – Λιβερίτες κτλ
-ίτας -ίτες -ίτης, 2η Περίπτωση: Είναι η αρχαία κατάληξη -ίτης όπως, μάκαρ – μακαρίτης, πόλις – πολίτης, φέγγος – φεγγίτης κτλ. Με αυτή σχηματίζονται 1. Ονόματα φυτών από ουσιαστικά όπως, γεράκι – γερακίτης, 2. Προσηγορικά από ουσιαστικά που δηλώνουν τον έχοντα την ιδιότητα του πρωτοτύπου όπως, κρέας – κρεατίτης, κόσμος – κοσμίτες – κοσμίτας, λαός – αλαΐτες – αλαΐτας, πέτρα – πετρίτης κτλ, 3. Ονόματα που δηλώνουν τον προερχόμενο από κάποιο μέρος όπως, άλλος κόσμος – αλλοκοσμίτες, ανηφορία – ανηφορίτες, κατηφορία – κατηφορίτες, ξένον μέρος – ξενομερίτες κτλ.
-ίτζα: Σλάβικης προέλευσης μέση κατάληξη όπως, νυφίτζα, ψιχίτζα, ωρίτζα κτλ. Με αυτή σχηματίζονται 1. Ουσιαστικά από ουσιαστικά τα οποία έχουν έννοια συνήθως υποκοριστική όπως, αγρέλαφον – αγρελαφίτζα, γυναίκα – γυναικίτζα, εγκλησία – εγκλησίτζα κτλ, 2. Ονόματα φυτών παράγωγα από ουσιαστικά με τα οποία έχουν την αυτή ομοιότητα όπως, αδράχτιν – αδραχτίτζα, αλεύριν – αλευρίτζα, αμπέλιν – αμπελίτζα, αχάντιν – αχαντίτζα κτλ
-ίτζικος: Είναι επέκταση της κατάληξης -ίτζης δια της -ικος. Είναι συνώνυμη της -τζης με την υποκοριστική σημασία της όπως, γέρος – γερίτζικος, μικρός – μικρίτζικος, ολίγος – ολιγίτζικος κτλ.
-ίτζιν: Σλαβικής προέλευσης μέση κατάληξη -ίτζιν όπως, αλογίτζιν, αφρατίτζιν, ζουμίτζιν, τυρίτζιν κτλ. Με αυτή σχηματίζονται ουσιαστικά από ουσιαστικά με υποκοριστική ή όχι σημασία όπως, ανοιγάριν – ανοιγαρίτζιν, κόρη – κορίτζιν, λιμνίν – λιμνίτζιν κτλ.
-ίτζος & ιδ. -ίτζης: Σλάβικης προέλευσης κατάληξη -ίτζης η οποία αργόετρα μεταπλάστηκε σε -ίτζος όπως, Βασιλίτζης, Ιακωβίτζης κτλ. Με αυτή σχηματίζονται 1. Ονόματα από ονόματα με υποκοριστική η όχι σημασία όπως, άγουρος – αγουρίτζης – αγουρίτζος, άνθρωπος – ανθρωπίτζης – ανθρωπίτζος κτλ, 2. Επίθετα από ουσιαστικά όπως, καυχͮία – καυχͮίτζης (καυχησιάρης) κτλ.
-ίτικος: Προήλθε από την κατάληξη -ίτης δια παρεκτάσεως με την κατάληξη -ικος. Με αυτή σχηματίζονται επίθετα που δηλώνουν τον ανήκοντα στο πρωτότυπο ουσιαστικό όπως, άγουρος – αγουρίτικος, γυναίκα – γυναικίτικος, παιδίν – παιδίτικος κτλ.

πηγή: Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου (Α΄τόμος)