Μαθαίνουμε Ποντιακά, Γνωμικά από το γράμμα “Α”

Με το παρών άρθρο και με γνώμονα τον σεβασμό στην Ποντιακή μας διάλεκτο, ξεκινώ την καταγραφή “Γνωμικών” όπως αυτά κατέγραψε ο Άνθιμος Παπαδόπουλoς στο Ιστορικό Λεξικό του.

Γνωμικά, Γράμμα “Α”

Αβάφτιστος: Αβάφτιστον κόκαλον ‘ς σον παράδεισον ‘κί πάγει,
(Ο μή χριστιανός όσο αγαθός και αν είναι, δεν δύναται να εισέλθει στον παράδεισο)

Άβουλα: Άβουλα του Θεού φύλλον ‘κί λαϊσ̌κάται,
(Χωρίς την συγκατάθεση του Θεού δεν μπορεί κάτι να γίνει πράξη)

Αγέννετος: Η μάννα εν’ αγέννετος και μίαν γενισκάται,
(η φυσική μητέρα δεν δύναται να αναπληρωθεί από την μητρυιά)

Αγι͜άζω: Ήα̤σεν το δεξ̌ό̤ν το χͮέρ’ν ατ’,
(του ελεήμονος το δεξί το χέρι πιστεύεται ότι μένει αδιάλυτο)

Αγληγορώ: Π’ α̤γληγορεί πολλά, αργώς απομέν’,
(όποιος βιάζεται πολύ, καθυστερεί)

Αδικία: Αδικία ‘ς σον ουρανόν κράζ’ και πάει,
(Η αδικία γίνεται αμέσως γνωστή στο Θεό)

Άκρα: Εσήβαμε ‘ς σον Αύγουστον και ς’ ση χͮειμού την άκραν,
(Μπήκαμε στον Αύγουστο και στην αρχή του χειμώνα)

Αμάθετος: Ο μαθεμένος αμάθετος ‘κ’ ‘ίνεται
(αυτός που είναι μαθημένος δεν γίνεται να μην μπορεί)

Αμμούδα̤ (σύνδεσμος): Αμμούδα̤ παθάνεις, ού μαθάνεις
(δηλ. Αν δεν πάθεις δεν θα πάθεις)

Αμπέλιν: Π’ έχͮ’ αμπέλα̤ βάλλ’ εργάτους και καράβα̤ καλαφάτους
(ένας άνθρωπος οφείλει να μεριμνά περί των ιδίων πραγμάτων)

Αναδέλφωτος: Τ’ αδέλφα̤ τ’ αναδέλφωτα δέντρα χωρίς τα φύλλα
(τα αδέρφια που δεν έχουν αδελφική στοργή είναι σαν τα δέντρα χωρίς τα φύλλα)

Αναλλαγάδιν: Εφτωχόν, όταν ‘κ’ έχͮ’, φορεί τ’ αναλλαγάδα̤ τ’
(Όταν δεν έχει ο φτωχός φορά τα γιορτινά του)

Αναπαυτικός: Νεγκασμένα γόνατα κι͜ αναπαυτικόν καρδίαν
(προτιμότερο κουρασμένο σώμα και ήσυχος νους παρά το αντίθετο)

Αναποδία: Την Τρίτ’ μ’ ά̤ρχινας δουλείαν, θ’ εβρήκ’ς αναποδίαν
(Σε δυσκολία στην πρόοδο ενός έργου)

Άνομος: Νόμος άνομος ‘κί ‘ίνεται
(ο νόμος δεν γίνεται να είναι παράνομος)

Αντάρα: Το βαρύν το βουνόν έχͮ’ βαρύν αντάραν
(όσο πιο μεγάλο είναι το φορτίο τόσο πιο δύσκολα το ξεπερνάς)

Αντίθεος: Όταν ‘κ’ έχͮ’ κανείς Θεόν, πρέπ’ να έχͮ’ τον αντίθεον
(Ο αντί του Θεού προστατεύων)

Άντικος: Δύο άντικα σπαθία ‘ς σ’ έναν θεκάρ’ ‘κ’ εχωρούνε
(Δύο κυρτά σπαθιά σε μια θήκη δεν χωράνε)

Αντονικός: Δύο αντόνικα σπαθία, ‘ς σ’ έναν θοκάριν ‘κ’ εχωρούνε
(Δύο κυρτά σπαθιά σε μια θήκη δεν χωράνε)

Αντρειώνω: Ο χͮειμός αντρειούτε γι͜α ως τα Φώτα γι͜α άφ’ τα Φώτα

Απογράφω: Ο Θεόν ντο γράφτ’ ‘κι͜ απογράφτ’.’Σ σο κατζίν τ’ αθρώπ’ ήντα̤ν έγραφεν, άλλο ‘κ’ απογράφ’κεται
(Το πεπρωμένο δεν μεταβάλλεται)

Αποστρατίζω: Που αποστρατίζ’ πάντα οπίσ’ απομέν’
(όποιος βγαίνει από τον δρόμο πάντα πίσω απομένει)

Απραγιώνω: Το κορίτζιν π’ απραγιών’ ‘ς ση πεθερού, στείλουν ατο ‘ς ση κηρού
(για πράγμα το οποίο αποδεικνύεται ελλατωματικό)

Απρινάρευτος: Απρίλτς κ’ αν κατεπράεσεν απρινάρευτος ‘κ’ εξέβεν
(Όσο και αν μαλακώσει ο Απρίλιος δεν βγαίνει χωρίς θέρμανση)

Αργάτες: Αργάτες πάντα τον ήλεν τερεί
(Ο υπάλληλος κοιτάζει τον ήλιο πότε θα βασιλέψει προκειμένου να σχολάσει)

αρπάζω: Ο σ̌κύλλον π’ υλάζ’ κ’ αρπάζ’
(σκύλος που γαβγίζει δεν δαγκώνει)

Αρρίζικος: Ο ριζικάρης ‘ς σο μαλλί κ’ αρίζικος ‘ς σα νύχͮι͜α
(το μεγάλωμα τον μαλλιών είναι καλός οιωνός ενώ των νυχιών όχι)

Ασεβός: Τ΄ ασεβού το βίον ο δά̤βολον τρώει ατο
(Η περιουσία κακού ανθρώπου σπαταλάται από κακούς κληρονόμους)

Ατζ̌αμής: Ατζ̌αμής κ’ ο παλαλόν έναν είν’
(ο τρελός δεν ενεργεί λόγω έλλειψεις κρίσεως, ενώ ο αμαθής λόγω άγνοιας των κατάλληλων μέσων)

Αύγουστος: Επάτεσαμ’ ‘ς σον Αύγουστον και ς’ ση χͮo̤νί την άκραν
(Αφού ήρθε ο Αύγουστος δεν αργεί και ο Χειμώνας)

Αυτοκράτορας: Αυτοκράτορας ‘ίνεσαι στομοκράτορας ‘κί γίνεσαι
(Είναι πιο εύκολο να γίνεις αυτοκράτορας από το να μπορείς να ελέγχεις το στόμα σου)

Αχαριστία: Αχαριστία ‘ς σον ουρανόν κράζ’ και πάει
(η αχαριστία γίνεται αμέσως γνωστή και στον Θεό)

Άχρηστος: Ασ’ σον άχρηστον τον άνθρωπον αγόρασε την χρήση σου
(Οι κακοί γίνονται παράδειγμα για τους καλούς)