Βασίλης Μωϋσιάδης, μοναδικός δημιουργός έφυγε για την γειτονιά των αγγέλων

Advertisements

Ήταν ένας χαρισματικός ποιητής, ήταν ένας τεράστιος δημιουργός ο οποίος με την μαγική του πένα έδινε ζωή στις σύντομες ιστορίες που αντλούσε από την καρδιά του. Δημιούργησε εκατοντάδες ποιήματα τα οποία τραγουδήθηκαν από τους κολοσσούς του ποντιακοϋ καλιτεχνικού στερεώματος αλλά και από εκείνους της νέας γενιάς.

Το να απαρριθμήσεις και να βάλεις σε ζυγαριά όσα έγραψε θα ήταν περιτό καθόσον ένας τέτοιος άνθρωπος “σο ζύασμαν ‘κ’ εμπαίν’ ” . Φτωχαίνουμε δυστυχώς και ο κόσμος μας γίνεται ολοένα και πιο γκρίζος.

Βασίλη Μωϋσιάδη, να έχεις καλό παράδεισο, να είναι ελαφρύ το χώμα σου, αναπαύσου. Αν και εκεί που διαβαίνεις θα συναντηθείς με εκείνους που ξέρουν από παρακάθια και μουχαπέτια. Ειμαι σίγουρος ότι η αγγελικά φτιαγμένη πένα σου θα ξαναρχίσει να δημιουργεί και ίσως μας επιτραπεί εμάς, τους εν δυνάμει ζωντανούς να αφουγκραστούμε, εάν το καταφέρουμε, τις μελωδίες σας ακόμα και τα γέλτα σας. Ήταν τιμή μας που σε είχαμε ανάμεσα μας.

Η εξόδιος ακολουθία του αγαπημένου όλων Βασίλη Μωϋσιάδη θα λάβει χώρα στις 9 Σεπ 22, στον Ιερό Ναό Γεννήσεως της Θεοτόκου, στην Γερακαρού.

Εις μνήμην του Βασίλη!! Στερέας όλι͜α αγράχαντα κ’ άθα̤ποφυλλωμένα,
κ’ ο φυσετόν αφύσετος κ’ ο ποταμόν εστάθεν, και τα πουλία τ’ ουρανού άλλον ‘κί κελαηδούνε, Βάσιλ’ εσέν’ ντο είδανε ‘κ’ εκράν’νες το κοντύλ’-ι-σ’, νε τεφτερόπον ‘πίχρυσον νε λάμπαν φωταγμένον, τα χͮέροπα σ’ αλάϊστα τ’ ομμάτι͜α σ’ κλειδωμένα, και τοι Αδέτ’ς να χͮαίρουνταν και να κρυφογελούνε, κ’ εσύ κλαδίν αφλούγκωτον χλωμόν άμον τον φέγγον, τον φέγγον τον αδάκρετον ντ’ επέμ’νεν δακρωμένος, γιατί Βασίλης ‘κί θ’ αγγεύ’ άλλον το φώταγμαν ατ’, να εφτάει ατο τραγώδισμαν βοτάν’ σέβντας και πόνου…

Χαριτίδης Ιωάννης