Οι «παππούδες» μας που φεύγουν…
Αποχαιρετιστήριο κείμενο του Γιάννη Τσανασίδη προς τιμήν του αείμνηστου Δημητρίου (Μήτσου) Κουγιουμτσίδη!

Οι «παππούδες» μας που φεύγουν…

Συνηθίζω πάντα να λέω πως ως λυράρης της τέταρτης γενιάς έχω έναν διαρκή διερευνητικό αναστοχασμό σχετικά με τους παλιότερους λυράρηδες, όχι μόνο σε μουσικό και ερευνητικό επίπεδο, αλλά και σε προσωπικό. Αυτούς που είχα την ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα, θα τους χαρακτήριζα χωρίς κανέναν ενδοιασμό «παππούδες» μου, όχι μόνο με τον συναισθηματισμό και τον ρομαντισμό που περικλείει αυτή η λέξη, αλλά κυρίως με την αντικειμενικότητα που εκφράζει τη σύγχρονη ποντιακή μουσική πραγματικότητα και κατατάσσει χρονολογικά τις γενιές των λυράρηδων. Είχα, λοιπόν, την ευκαιρία να γνωρίσω αρκετούς τέτοιους «παππούδες» και να βιώσω μαζί τους τη φιλοσοφία που χαρακτηρίζει τις παλιότερες γενιές σχετικά με το μουχαπέτ, την έννοια της παρέας, τον ρόλο του λυράρη, την τεχνική του παιξίματος, την επιλογή και αλληλουχία των σκοπών και στίχων. Δέχτηκα επιπλήξεις, συμβουλές, επαίνους και κατάφερα να προσεγγίσω σε μεγάλο βαθμό την ψυχοσύνθεση των ανθρώπων αυτών, θεωρώντας τυχερό τον εαυτό μου που γινόμουν κοινωνός των εμπειριών τους, εμπειριών μιας αλλοτινής εποχής.

Ένας τέτοιος «παππούς» ήταν και ο Δημήτρης (Μήτσος) Κουγιουμτσίδης, ο οποίος από την πρώτη στιγμή κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό μου και προκάλεσε το ενδιαφέρον μου όχι μόνο ως λυράρης, αλλά και ως άνθρωπος. Αξίζει να σημειωθεί πως παρά τη λαμπρή καλλιτεχνική του πορεία και αναγνώριση, αντιμετώπιζε τους πάντες ως ίσους και παρέμεινε ταπεινός μέχρι το τέλος της ζωής του. Πιστός υπηρέτης της παράδοσης συμβούλευε πάντα καλοπροαίρετα τους νέους και ποτέ δεν έλεγε «βαρύ λόγο» για κανέναν. Πρόκειται απ’ όλες τις απόψεις για έναν ολοκληρωμένο λυράρη της γενιάς του, που βίωσε την πρώτη γενιά λυράρηδων και μαθήτευσε κατά μία έννοια δίπλα σε αυτήν. Έπειτα, ξεκίνησε εντατικά την ενασχόλησή του με τη λύρα, διαγράφοντας μια σταθερή πορεία και φτάνοντας στον επαγγελματισμό. Ο Μήτσος έγινε ευρέως γνωστός στον ποντιακό χώρο μέσα από τη συνεργασία του με τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη, για τους περισσότερους όμως που τον γνώριζαν καλύτερα ήταν ο λυράρης του τραπεζιού, η ψυχή της παρέας, ένας έντιμος οικογενειάρχης, ένας άνθρωπος που μόνο με την παρουσία του εξέπεμπε θετική ενέργεια στο περιβάλλον γύρω του. Η ποντιακή μουσική οικογένεια θρηνεί έναν μεγάλο λυράρη και φτωχότερη συνειδητοποιεί το δυσαναπλήρωτο κενό που μένει πίσω από αυτό το αθόρυβο φευγιό των «παππούδων» μας. Μήτσο θα ζεις για πάντα στις καρδιές και τα αυτιά μας!

«Ο λυράρης επιτελεί ιερό καθήκον καθ’ όλη την πορεία του. Έχει χρέος στους προγόνους, αλλά και του απογόνους του και είναι υπεύθυνος για το πως θα ακούγεται η μουσική μας μετά από αυτόν. Λίγοι μείναμε δυστυχώς. Οι νέοι θαμπώνονται και δε βλέπουν με καθαρά μάτια την αλήθεια, γιατί ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος και μοναχικός. Αλλά δικαιώνεσαι. Πολλές φορές μετά θάνατον, αλλά δικαιώνεσαι»

 

Λίγα λόγια για τη ζωή του Δημήτρη Κουγιουμτζίδη:

Ο Δημήτρης (Μήτσος) Κουγιουμτσίδης γεννήθηκε το 1941 στη Νέα Ζωή Πέλλας και καταγόταν από μουσική οικογένεια, καθώς ο πατέρας του Χαράλαμπος (1910-1990) -γεννημένος στο Κιουλεπέρτ του Αρταχάν του Καρς- ήταν αναγνωρισμένος λυράρης, όπως και ο θείος του Ανδρέας, ο πατέρας του Γιωργούλη Κουγιουμτζίδη. Από εννέα ετών μαζί με τον Γιωργούλη άκουγαν τον Ανδρέα και προσπαθούσαν να μιμηθούν το παίξιμο του. Σε ηλικία δώδεκα ετών έπαιξε για πρώτη φορά σε γάμο στη Νέα Ζωή, μαζί με τον συγχωριανό του και αναγνωρισμένο λυράρη της πρώτης γενιάς Χρήστο Σημαιοφορίδη-Μπαϊρακτάρη. Ο Μήτσος πάντα ανέφερε πως στην πραγματικότητα έμαθε να παίζει λύρα ακούγοντας της εκπομπές του Γώγου Πετρίδη και του Στάθη Ευσταθιάδη στο ραδιόφωνο. Το 1956 μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει στην Αγροτοτεχνική Σχολή της Πρόνοιας και το 1959 συμμετείχε στις εκπομπές του Στάθη Ευσταθιάδη, συνοδεύοντας την αδερφή του Μαρία. Εκείνη την περίοδο άκουσε ζωντανά τον Γώγο στο κέντρο “Ακροπόλ” και γνώρισε προσωπικά τον Χρύσανθο. Από το 1966 ξεκίνησε η συνεργασία τους με τον Χρύσανθο, αλλά τρία χρόνια μετά διακόπηκε γιατί ο Μήτσος μετανάστευσε στον Καναδά. Το 1976 με την επιστροφή του ξεκίνησε η δεύτερη φάση της συνεργασίας τους, η οποία διήρκησε μέχρι και το 1991, περιλαμβάνοντας πολλά ταξίδια στο εξωτερικό και την ηχογράφηση ενός δίσκου με τίτλο “Χρυσή Παράδοση”. Να σημειωθεί πως το 1987 συμμετείχε σε μία δισκογραφική δουλεία του Κώστα Καραπαναγιωτίδη. Ο Μήτσος το 1967 παντρεύτηκε την Αναστασία Φωτιάδου και απέκτησαν δύο κόρες.

(Οι συγκεκριμένες πληροφορίες έχουν αντληθεί από το υπό έκδοση Παράρτημα 45 του Αρχείου Πόντου από την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών με τίτλο ‘’Πόντιοι λυράρηδες γεννημένοι από το 1920 έως και το 1945’’)

Κλείνω αναφέροντας κάποια από τα λόγια του τα οποία μου έμειναν βαθιά ριζωμένα στο μυαλό. Μου είπε κάποτε μετά από ένα γλέντι στου Τσάρτιλου: «Ο λυράρης επιτελεί ιερό καθήκον καθ’ όλη την πορεία του. Έχει χρέος στους προγόνους, αλλά και του απογόνους του και είναι υπεύθυνος για το πως θα ακούγεται η μουσική μας μετά από αυτόν. Λίγοι μείναμε δυστυχώς. Οι νέοι θαμπώνονται και δε βλέπουν με καθαρά μάτια την αλήθεια, γιατί ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος και μοναχικός. Αλλά δικαιώνεσαι. Πολλές φορές μετά θάνατον, αλλά δικαιώνεσαι».

Ο Γιάννης Τσανασίδης είναι  λυράρης και υποψήφιος διδάκτωρ Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης.