Γνωμικά Ποντιακής Διαλέκτου από το γράμμα “Ο”

Advertisements

Οκνέας (οκνηρός): Για τον οκνέαν πάντα έξεργος εν’ (για τον οκνηρό είναι πάντοτε ημέρα αργίας),

Οκνά̤ντ'(οι) ‘ς σ’ ερξέργατα και ‘ς σα παραβραδά̤σματα (οι οκνηροί προθυμοποιούνται τάχα να εργαστούν ημέρες αργίας και σε περασμένες απογευματινές ώρες με σκοπό να αποφύγουν την εργασία),

Οκνία (οκνηρία): οκνία μαυροπροσωπία εν’ (η οκνηρία είναι ντροπή),

Ολόρθος (όρθιος): (Αμισού, Ινέπολη, Οινόη) Ολόρτο φεγγάρι δίπλα κεμιτζ̌ής (οι ναυτικοί νομίζουν ότι καλυτερεύει ο καιρός όταν η νέα σελήνη φαίνεται όρθια και επομένως δύναται ο καπετάνιος να αναπαύεται αμέριμνος),

Ομματά̤ζω (ματιάζω, βασκάνω): όλα̤ ομματά̤σκουν, τ’ αχούλ’ μαναχόν κι͜ ομματά̤σ̌κεται (όλα βασκαίνονται μόνο η γνώση δεν βασκαίνεται),

Όπη (Όφη) – ‘πη (Τραπ, Χαλδ) (Όποιος): Εκείνος ‘πη θελ’ το καλό σ’ ευτάει σε και κλαίς (εκείνος που θέλει το καλό σου σε κάνει και κλαίς, εννοείται ελέγχων τις κακές πράξεις σου),

Οσπιτα̤νός (που ανήκει στην ίδια οικία, οικείος): Ο μισα̤φίρτ’ς τον μισα̤φίρ’ ‘κί θέλ’ κι͜ οσπιτα̤νόν κανένα (ο μουσαφίρης δεν θέλει ούτε τον μουσαφίρη ούτε τον οικείο),

Ούα – ούβα – ούγα – βούβα – γι͜ούβα – γούβα (το δέντρο σουρβιά και ο καρπός – το δέντρο μεσπιλιά και ο καρπός – ο καρπός της φοινικιάς, χουρμάς): Ήντζαν τρώει βούβας κωφούται (όποιος τρώει βούβας γίνεται κουφός),

Οφίδιν: Το φίδι όντες είναι μικρό, να τρίψης το κεφάλι του Ινέπολης – Οινόης (Η κακή φύση ενός παιδιού σε αυτήν την ηλικία διορθώνεται),

Οψεζ’νός (χθεσινός): Οψεζ’νοί είμες κ’ οσημερ’νοί ‘κ’ είμες (άδηλη η ζωή).

Γνωμικά Ποντιακής Διαλέκτου από το γράμμα “Ξ”